Η καντίνα του Μαύρου

mavros_profile

Η καντίνα του Μαύρου στη Σταυρούπολη μοιάζει με ένα σλόγκαν παλιάς διαφήμισης: «έχει παντού μόνο φίλους». Ένα καλά φυλαγμένο μυστικό μέσα στο μπουκάλι ενός άζαξ και τα καλύτερα σάντουιτς στην πόλη φτιάχνουν τον μύθο της. Αυτή είναι η ιστορία.

Κείμενο: Χρύστα Ντζάνη Φωτογραφία: Σάκης Γιούμπασης*

Σαράντα τρία χρόνια στη γωνία Ιατρού Γωγούση-Αμπελοκήπων, στη Σταυρούπολη, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει: Τα σπίτια, τα ονόματα των δρόμων, τα καπνομάγαζα που πια έχουν κλείσει κι οι άνθρωποι. Μονάχα ένα πράγμα έχει μείνει εκεί ίδιο, να ορίζει τη γεωγραφία της περιοχής: Η καντίνα του Μαύρου, το πιο διάσημο «βρώμικο» της Θεσσαλονίκης, που η φήμη του τόσα χρόνια μετά έχει ξεπεράσει όχι μονάχα τα σύνορα των δυτικών συνοικιών, αλλά και της ίδιας της Ελλάδας, χάρη στο μυστικό όπλο κάθε σάντουιτς: Το «άζαξ».
Γεννημένος στην Κομοτηνή, το ’48, ο Μαύρος ήρθε στη Θεσσαλονίκη το 1956. Τότε πουλούσε κουλούρια «μέσα στα τράμια, υπήρχαν ακόμη τράμια», μου λέει. Το ’61 αφήνει τα κουλούρια και πιάνει τα σάντουιτς, αρχικά στην παραλία, με ένα καρότσι. Μία δεκάρα το ένα σάντουιτς. Έπειτα πέρασε για λίγο από το Βαρδάρη, ώσπου να παρκάρει, το 1965, το καρότσι του στην Σταυρούπολη, κοντά στην πλατεία Τερψιθέας, τον καιρό που ακόμα η περιοχή πατούσε πάνω σε λάσπη. Σαράντα τρία χρόνια μετά, η φήμη του Μαύρου δεν γνωρίζει σύνορα, αφού για το φημισμένο του σάντουιτς έρχονται κάθε τόσο επισκέπτες απ’ όλη τη βόρεια Ελλάδα, ή ακόμα και τη Γερμανία.
Το μυστικό της επιτυχίας του είναι ένα υγρό, σε μπουκαλάκι άζαξ, με το οποίο ψεκάζει κάθε σάντουιτς, κάνοντάς το μοναδικό. Τι έχει μέσα το άζαξ το ξέρει μόνο η μητέρα του κι αυτός. Κανένας άλλος. Ούτε η γυναίκα του ούτε ο γιος του. «Η μαμά μου πήγε στη Μέκκα, στην Αραβία, και μ’ έφερε τη συνταγή», λέει. Πριν από σαράντα χρόνια. Έτσι ξεκίνησε να πουλάει σάντουιτς, έτσι απέκτησε τη φήμη του. Μονάχα που η μητέρα του, η μακαρίτισσα η Τζεγιάρ –που στα αράβικα σημαίνει Ζωή – δεν υπάρχει πια. Οπότε το μυστικό το ξέρει πια μονάχα ο Μαύρος. «Άμα ενδιαφερθεί κάποιο από τα παιδιά, τότε θα το πεις», του ψιθύρισε κάποτε η μάνα του. Οπότε, τώρα που έβγαλε την άδεια στην κόρη του, για να πάρει τη δουλειά του άμα αυτός βγει στη σύνταξη, ίσως το μάθει κι εκείνη.
Στα μυστικά της επιτυχίας του, προσθέστε και την ίδια την χειρωνακτική τέχνη. «Ό,τι κι αν πάρεις θα είναι καλό, αρκεί να είναι από τα χέρια μου. Παίζουν ρόλο τα χέρια – τα δικά μου απ’ τα χέρια των αλλονών καμιά σχέση», μου λέει, και μου δείχνει τα χέρια του, που ‘χουν καεί τόσα χρόνια από την ψησταριά.
Ξεκινάει κάθε μέρα γύρω στις πεντέμιση το απόγευμα κι όσο πάει. Όταν τελειώνει, κλείνει μαζί με την καντίνα και τα κινητά, γιατί πιο πολύ πια δουλεύει με αυτά, τον καλούν για παραγγελίες και περνούν μετά από κει να τα πάρουν. Τους χειμώνες ο Μαύρος ανάβει έξω και μια σόμπα, κι είναι η τσίκνα εκείνη, μια της ψησταριάς, μια της σόμπας και μια η κάψα απ’ το μπούκοβο, που φτιάχνει μια αλλιώτικη ατμόσφαιρα μέσα στη νύχτα. Στη γωνιά του Μαύρου συχνάζουν κάθε βράδυ λογής λογής άνθρωποι. Θα συναντήσεις και γραβατωμένους με ακριβές Μερσεντές και άλλους να ‘ρχονται με βερμούδα και παντόφλες. Οι περισσότεροι καταφθάνουν αργά, ξημερώματα, είναι κλασικό «άφτερ» μετά από ξενύχτι. Φασαρίες δεν έχει ποτέ, καμιά φορά μονάχα μαλώνουν για τη σειρά. Στις αρχές του ’80 τον είχε επισκεφθεί και ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Καμιά φορά πηγαίνει να ψήσει και σε γάμους – όταν του το ζητάει γνωστός, δεν χαλάει χατίρι και πάει. Το ’64 ο Στέλιος Καζαντζίδης τον κάλεσε σε μια εκδήλωση στις Μουριές, ως ψητά. Έτρωγε, έτρωγε, λέει, και δεν χόρταινε. Και μετά, όταν έβγαλε το «Υπάρχω» και τραγουδούσε στη Χαριλάου, τον καλούσε εκεί κάθε Κυριακή, ψήνανε και τρώγανε παρέα, από τα χέρια του Μαύρου, και τον πλήρωνε διπλάσια μεροκάματα. Τώρα στο μαγαζί του ακούγονται βραχνές μελωδίες από τον Σίνδο fm. Τα τελευταία χρόνια δηλαδή, γιατί παλιότερα έβαζε να ακούει τον Μένιο, έναν πειρατικό σταθμό που εξέπεμπε από κει κοντά, κάτι παλιά ρεμπέτικα.
Το πραγματικό του όνομα είναι Νετσμί. Όμως έτσι, λέει, τον βρίσκει πια μόνο ο νόμος – ο κόσμος όλος τον ξέρει ως Μαύρο. Με το νόμο είχε παλιότερα κάποια προβλήματα, τώρα πια όχι. Κάποτε ένας, που είχε καρότσι στην απέναντι γωνία, τον κατήγγειλε ότι είχε χασίσια στο μαγαζί. Δεν τα κατάφερε, ο «μπάτσος δεν τον πίστεψε, γιατί με ήξερε καλά».
Κι επαγγελματίας στην δουλειά, τζάμπα δεν δίνει ποτέ – το λέει κι η ταμπέλα πίσω απ’ την ψησταριά «Όχι Βερεσέ». Κι οικογενειάρχης –πέντε παιδιά από τέσσερις γυναίκες- και πιστεύει και στο θεό και στο «μάτι»-έχει κρεμάσει κιόλας ένα σε μια γωνιά για να μην τον πιάνει. «Κάθε βράδυ μάτι. Μέχρι και τα χέρια μου πιάνονται κι αρχινάω να παραμιλάω. Ήρθε μέρα που ‘σπάσαν τα τζάμια επιτόπου απ’ το κακό μάτι». Στο τέλος της βραδιάς του λέω «ευχαριστώ» και «ταμάμ» κι αρχίζουμε να μιλάμε τούρκικα. Μιλάει πού και πού με φίλους απ’ την Κομοτηνή για να μην τα ξεχνά. «Ό,τι μάθεις, καλό είναι», μου λέει. «Κι όταν θες κάτι, το πετυχαίνεις».

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Soul, τεύχος 27, Ιούλιος-Αύγουστος 2008

(Microsoft Word - 2703433433613413663571)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s