Ρομαντικό σέρφινγκ στα ραδιοκύματα

Ο τεχνικός της ΑΤΗΚ με τις 1.000 παλιές συσκευές

Μετρώντας περισσότερες από 1.000 ραδιοφωνικές συσκευές, η συλλογή του Παναγιώτη Σιούφτα είναι μοναδική για τα κυπριακά δεδομένα.

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ*

Το πρόβλημα για τον 44χρονο τεχνικό της ΑΤΗΚ, Παναγιώτη Σιούφτα, κάθε βράδυ που επιστρέφει στο σπίτι του, είναι ότι δεν ξέρει ποια συσκευή να ανοίξει για να ακούσει ραδιόφωνο και να χαλαρώσει: Εδώ και εφτά χρόνια το διαμέρισμά του στον Στρόβολο έχει γεμίσει από δεκάδες παλιά ραδιόφωνα, τα οποία συλλέγει με πολύ μεράκι, αναζητώντας τα με επιμονή σε κάθε γωνιά της γης. Συνολικά δε, η συλλογή του -το μεγαλύτερο μέρος της οποίας βρίσκεται σε εμπορευματοκιβώτια αφού το σπίτι δεν χωρεί άλλα- ξεπερνά τα 1.000 κομμάτια, χαρίζοντάς του ένα ξεχωριστό ρεκόρ για τα κυπριακά δεδομένα.
Γεννημένος στην Αγία Βαρβάρα της Λευκωσίας, το 1964, κρατά τις πρώτες του ραδιοφωνικές αναμνήσεις από το 1969, όταν ο πατέρας του έφερε στο σπίτι το πρώτο τους ραδιόφωνο, με τον δείκτη κολλημένο πάντα στη μοναδική τότε συχνότητα του ΡΙΚ και σε εκπομπές με λαϊκή μουσική. Λίγο αργότερα, άρχισε να εντοπίζει και να επισκευάζει κάθε ηλεκτρονική μικροσυσκευή που έπεφτε στα χέρια του. Μέχρι να φτάσει στα 14 του χρόνια, με κάποια πρωτόγονα μηχανήματα, είχε αρχίσει να παράγει πειρατικές ραδιοφωνικές εκπομπές σε μικρή εμβέλεια, παίζοντας πια ντίσκο μουσική. Αργότερα, σπούδασε Ηλεκτρολογία στα ΤΕΙ Θεσσαλονίκης και επέστρεψε στην Κύπρο για να εργαστεί στην ΑΤΗΚ. Δεν εγκατέλειψε ποτέ την αγάπη του για τη μουσική, συλλέγοντας φανατικά δίσκους βινυλίου οι οποίοι αισίως ξεπερνούν πια τους 15.000.

Χίλια κομμάτια
Τον Μάρτιο του 2001 αγόρασε από κάποιον φίλο ένα γραμμόφωνο με χωνί και γρήγορα, μεταπήδησε στην αναζήτηση ραδιοφωνικών συσκευών. «Ψάχνοντας δίσκους για το γραμμόφωνο, βρήκα παλιά ραδιόφωνα και σιγά σιγά ξεκίνησα τη συλλογή μου. Δεν ξέρω γιατί το ξεκίνησα. Δεν είχα συγκεκριμένο σκοπό. Μου άρεσε η ιδέα του παλιού και ειδικά της παλιάς τεχνολογίας, λόγω ίσως των σπουδών μου στην Ηλεκτρολογία», δηλώνει ο ίδιος στον «Π».
Πρόκειται κυρίως για ραδιόφωνα, όλων των εποχών, από το 1910 μέχρι τις αρχές του1980 τα οποία φέρουν τις υπογραφές των μεγαλύτερων κατασκευαστών του περασμένου αιώνα – Philips, Ekcho, Bush, Ferranti και Zenith. Κομμάτια διαφόρων μεγεθών, ηλικιών και τεχνολογίας, που ξεπερνούν σε αριθμό τα 1.000. Τα πιο παλιά που έχει είναι κρυσταλλικά και λειτουργούν με ελάχιστα εξαρτήματα-ένα απλό πηνίο και έναν πυκνωτή, ακουστικά υψηλής αντίστασης και μια μακριά κεραία. Άλλα λειτουργούν με λυχνία και κάποια λιγότερα, τα πιο σύγχρονα, με τρανζίστορ. Στην πλειοψηφία τους οι συσκευές λειτουργούν μέχρι σήμερα, αν και απαιτείται για αυτό κάποια προσεκτική συντήρηση. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το πρώτο εκείνο ραδιόφωνο που αγόρασε το 2001 -ένα Ferranti του ’55. Κι ακόμα, τα δύο μεταλλικά Crosley και Atwater Kent έτους κατασκευής το 1925. Επίσης ένα His Master’s Voice αλλά και ένας φωνόγραφος με κυλίνδρους, που κατασκευάστηκε το 1910.

Τα περισσότερα κομμάτια τα έχει αγοράσει από φίλους και συνεργάτες, στην Κύπρο, οι οποίοι, γνωρίζοντας το ενδιαφέρον του, φροντίζουν να τον τροφοδοτούν κάθε φορά που ανακαλύπτουν κάποια καλή, ιστορική συσκευή. Υπάρχουν όμως και περίπου εκατό κομμάτια τα οποία τα αγόρασε μέσω του ίντερνετ, από τις ΗΠΑ, την Αγγλία ή ακόμα και την Αυστραλία. Σημαντική είναι άλλωστε και η συλλογή του από άλλες συσκευές αναπαραγωγής ή εγγραφής ήχου, όπως τα τζουκ μποξ, γραμμόφωνα, κασετόφωνα, ραδιοπικάπ, πικάπ ή πικάπ με δύο κεφαλές, όπου η μία είχε δυνατότητα εγγραφής. Κάποια, μάλιστα, από τα κομμάτια, δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στην Κύπρο, όπως ένα πρώιμο μαγνητόφωνο που αντί για ταινία είχε σύρμα.


Μουσείο ραδιοφώνου
Εκτός από χρόνο, πάντως, και χώρο, η αφοσίωσή του σ’ αυτή την ξεχωριστή συλλογή έχει ασφαλώς κοστίσει στον Παναγιώτη Σιούφτα και σε χρήμα, αφού υπολογίζεται ότι για να φτάσει σ’ αυτά τα εφτά χρόνια τις 1.000 συσκευές ξόδεψε περίπου 150.000 ευρώ. Μία συσκευή κοστίζει περίπου 200 ευρώ, υπήρχαν όμως και κάποιες που ξεπέρασαν τα 1.000 ευρώ, όπως ένα Philco του 1930. Όνειρό του τώρα, είναι να συγκεντρώσει τις συσκευές που είναι διάσπαρτες σε έναν μόνιμο εκθεσιακό χώρο. «Θα ήθελα να βρω ένα χώρο όπου να μπορούν να συντηρηθούν και να διατηρηθούν οι συσκευές, και παράλληλα να είναι ανοιχτές για το κοινό. Κάτι σαν μουσείο δηλαδή, αλλά δεν ξέρω πού, πώς και πότε», καταλήγει.

Από τον Μαρκόνι στα podcasts
Πρωτοεμφανιζόμενο στα τέλη του 19ου αιώνα, το ραδιόφωνο αποτελεί το πρώτο ηλεκτρονικό Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης, που παραμένει αγαπητό ως τις μέρες μας, παρά την ισοπεδωτική επέλαση της τηλεόρασης και του διαδικτύου.
Την εφεύρεσή του την «χρωστάμε» στον Γουλιέλμο Μαρκόνι, ο οποίος, το 1897 κατόρθωσε, επιβεβαιώνοντας τις θεωρίες του Μάξουελ περί ηλεκτρομαγνητισμού και του Χερτζ περί ραδιοκυμάτων, να στείλει το πρώτο ασύρματο σήμα σε μια απόσταση τριών χιλιομέτρων. Η συσκευή του αρχικά χρησιμοποιήθηκε στη ναυσιπλοΐα, όμως γρήγορα έγινε αντιληπτή η συμβολή του στην ενημέρωση και την ψυχαγωγία. Τα Χριστούγεννα του 1906, στη Νέα Υόρκη, ο Φάσεντεν μετέδωσε για πρώτη φορά φωνή και μουσική, ενώ λίγο αργότερα, ο Αμερικανός μηχανικός Φρανκ Κόνραντ μετέδωσε για πρώτη φορά αθλητική εκπομπή με τα αποτελέσματα αγώνων. Το 1920 λειτούργησε στο Πίτσμπουργκ ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός, ο KDKA, και έκτοτε το ραδιόφωνο απέκτησε έναν σαφή ειδησεογραφικό χαρακτήρα, ανταγωνιστικό του Τύπου, που κορυφώθηκε στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την εμφάνιση της τηλεόρασης, αλλά και την ταυτόχρονη εμφάνιση της δημοφιλέστατης μουσικής ροκ εν ρολ, το ραδιόφωνο περιορίζεται σε ένα κυρίως ψυχαγωγικό ρόλο. Σ’ αυτό βοήθησε και η τεχνολογία των τρανζίστορ που, αντικαθιστώντας τις βαριές λυχνίες, οδήγησε στην κατασκευή μικρότερων και φορητών συσκευών, μέχρι τα σύγχρονα podcasts-το «κατέβασμα», δηλαδή, έτοιμων εκπομπών σε μορφή mp3 από το διαδίκτυο.
Στην Κύπρο
Το κυπριακό ραδιόφωνο γεννήθηκε επί Αγγλοκρατίας, το 1953, ως Κυπριακή Ραδιοφωνία, αναπτύχθηκε όμως ιδιαίτερα μετά την Ανεξαρτησία, από το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου. Το ΡΙΚ ήταν και το μοναδικό νόμιμο ραδιοφωνικό μέσο της Μεγαλονήσου μέχρι το 1990, που απελευθερώθηκε η αγορά της ιδιωτικής ραδιοφωνίας. Στο διάστημα που μεσολάβησε, αρκετοί σταθμοί εξέπεμπαν χωρίς άδεια, ανάμεσά τους και ο παράνομος τουρκοκυπριακός «Μπαϊράκ», ο οποίος εκπέμπει μέχρι σήμερα, εξυπηρετώντας κυρίως την προπαγάνδα του κατοχικού καθεστώτος. Ιστορική είναι η παρουσία του Ράδιο Πάφος, το οποίο βγήκε για πρώτη φορά στον αέρα το 1963, από τον «πατέρα της ελεύθερης κυπριακής ραδιοφωνίας» Νίκο Νικολαΐδη, εκπέμποντας προγράμματα και συνθήματα για τις ανάγκες της Εθνοφρουράς στη διάρκεια των διακοινοτικών ταραχών. Μετά το πραξικόπημα, το 1974, ο Ν. Νικολαΐδης, ο οποίος στο μεταξύ εργαζόταν ως τεχνικός του ΡΙΚ, επανήλθε δημιουργώντας τον Ελεύθερο Ραδιοσταθμό της Πάφου, από τον οποίο ο Μακάριος απηύθυνε το ιστορικό του διάγγελμα, αποκαλύπτοντας τα ψεύδη των πραξικοπηματιών για τη δήθεν δολοφονία του.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 11/09/2008

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s