Βηρυτός: Ξανά από την αρχή

Όπως και πριν το θάνατο του Χαρίρι, η ανοικοδόμηση είναι η απάντηση της πόλης στις κρίσεις

Δεν μαρτυρούν πρόσφατο πόλεμο οι εικόνες στο κέντρο της Βηρυτού και η ξέφρενη ανοικοδόμηση συνεχίζεται πάντα, με τα εργοτάξια να δουλεύουν έως και ολόκληρο το εικοσιτετράωρο

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΒΗΡΥΤΟ: ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ*

Αν μου ζητούσαν να ορίσω κάπως μια εικόνα της Μέσης Ανατολής, θα περιέγραφα μια κίτρινη πέτρα, τρυπημένη από ριπές όπλων. Έτσι βλέπω τη Λευκωσία, έτσι και τη Βηρυτό, στο δεύτερο χρόνο της, μετά τον πόλεμο των 33 ημερών, το 2006.
Σαφώς πιο ήσυχη πλέον, η πρωτεύουσα του Λιβάνου, εξωτική, μεγαλοπρεπής, αλλά και βαθιά πληγωμένη από τις διαδοχικές κρίσεις, προσπαθεί ξανά με τα επιδεικτικά της κτήρια να επουλώσει τις μνήμες των πολέμων και να ξαναγίνει το «Παρίσι της Ανατολής», που ήταν στα μέσα του περασμένου αιώνα. Κι όμως, ακόμα και στο προσεγμένο της κέντρο, όπου πράγματι κόσμος και αρχιτεκτονική θυμίζουν Παρίσι, οι οπές, που παραμένουν σε πολλά κτήρια, υπενθυμίζουν το πάντα επισφαλές μέλλον.
Μα μήπως το 2006 δεν υπήρξε ποτέ; Δεν μαρτυρούν πρόσφατο πόλεμο οι εικόνες στο κέντρο και η ξέφρενη ανοικοδόμηση συνεχίζεται πάντα, με τα εργοτάξια να δουλεύουν έως και ολόκληρο το εικοσιτετράωρο για να ολοκληρώσουν ένα μεγάλο ξενοδοχείο γνωστής αλυσίδας. Γεμάτο γερανούς, όλο το κέντρο της Βηρυτού είναι ένα εργοτάξιο, μια ανάπλαση. Τους ρυθμούς της τους είχε ορίσει, με το -αμφιλεγόμενο, σήμερα- πλάνο ανάπτυξης της «Σολιντιτέ», ο Ραφίκ Χαρίρι. Δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, εργολάβος, ο Χαρίρι, που είχε ηγηθεί πέντε κυβερνήσεων μετά τον Εμφύλιο, είχε αγοράσει τους περισσότερους τίτλους ιδιοκτησίας στην Downtown, για να τους παραχωρήσει με τη σειρά του σε κατασκευαστικές εταιρείες, οι οποίες ανέλαβαν να ξαναστήσουν το πληγωμένο κέντρο.

Δεν πρόλαβε να χαρεί το έργο του, ούτε και να απαντήσει στους πολέμιους της έμπνευσής του (ότι αλλοιώνεται η αρχιτεκτονική της πόλης από τα νέα κτίσματα): Το Φεβρουάριο του 2005 ένας τόνος ΤΝΤ τον «εξαφάνισε» μπροστά στο ξενοδοχείο St. George, κοντά στην παραλία. Η πρόσοψη του ξενοδοχείου κατέρρευσε και στο οδόστρωμα ξεχωρίζει ακόμα η νέα άσφαλτος, που κάλυψε τη γιγάντια τρύπα από την έκρηξη, όμως το πνεύμα του Χαρίρι, σαν από ειρωνεία, βρίσκεται ακόμα στη Βηρυτό, στις εικόνες που οι – φιλοδυτικοί- οπαδοί του κολλούν παντού στην πόλη και στον τύμβο του, στην Downtown, όπου βουρκωμένοι προσκυνητές ακόμα αφήνουν ένα λουλούδι. Λίγο πιο κάτω από το σημείο της έκρηξης, στέκεται ακόμα όρθιο το παλιό Holiday Inn. Είχε χτιστεί λίγο πριν από τον εμφύλιο, ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της πόλης, με πρόβλεψη για αντισεισμική θωράκιση. Στον πόλεμο χτυπήθηκε ανελέητα, όροφο-όροφο, γιατί υπήρχαν πληροφορίες πως αποτελούσε στρατιωτική βάση. Τιμώντας τους μηχανικούς του, το σκαρί αντέχει ακόμα, παρότι διάτρητο, φιλοξενώντας μονάχα στο ισόγειό του ένα παζάρι.

Η Downtown
Στην Downtown, στην καρδιά της πόλης, ο στρατός ελέγχει το πέρασμα και τις τσάντες των περαστικών. Οδοφράγματα. Αυξημένη ασφάλεια στα ξενοδοχεία. Και το ρεύμα να κόβεται που και που στα καταστήματα – κατάλοιπο κι αυτό του πολέμου, από το 2006, όταν οι Ισραηλινοί βομβάρδισαν τις βάσεις της Eletricite du Libane. «Φέτος ήταν ένα κρίσιμο καλοκαίρι. Για πρώτη φορά η κατάσταση είναι σταθερή και οι τουρίστες επανέρχονται. Το 2004 είχαμε τέσσερα εκατομμύρια τουρίστες μόνο το καλοκαίρι. Τώρα σιγά – σιγά ανακάμπτουμε», επισημαίνει η ξεναγός μας, η Νάταλι. Πράγματι, όποιον και να ρωτήσεις σήμερα στη Βηρυτό θα σου πει το ίδιο, «είμαστε καλά, ήσυχα, συνεχίζουμε», ακόμη κι οι νέοι, που χαμογελούν στους ξένους, σκέφτονται όμως πάντα τη δική τους φυγή, όσο η κρίση δεν σταματά. «Παράνοια, δικέ μου, παράνοια!», που θα ‘γραφε και ο Χάντερ Τόμσον.

Ημισέληνοι και πορνό
Το απόγευμα με το ταξί επισκεπτόμαστε τη Σάμπρα, τον οικισμό των Παλαιστινίων, στα νότια της πόλης, εκεί ακριβώς που τελειώνει η παραλία. Λίγο πριν μπούμε στον μαχαλά, περνούμε έξω από την καλά οχυρωμένη πρεσβεία του Κουβέιτ. «Φίλοι», λέει ο Αμπού Αμπίτ, ο ταξιτζής μας, «πολλά λεφτά», και προσφέρει τσιγάρο αμερικάνικο. Μέσα στη συνοικία κόβει ταχύτητα, ο κόσμος είναι παντού και περπατά ασταμάτητα μπροστά μας, δίπλα μας. Παλαιστίνιοι, Σύροι, άνθρωποι της Χεζμπολάχ, όλοι μαζί εκεί. Πολυκοσμία, στενοί χωματόδρομοι, σκουπίδια, παιδιά να παίζουν ξυπόλυτα και πάνω από τα κεφάλια μας αφίσες του Νασράλα, αρχηγού της Χεζμπολάχ. Αντί για τα αντίσκηνα, που στήθηκαν για τους πρώτους Παλαιστίνιους πρόσφυγες που ήρθαν αμέσως μετά την ίδρυση του Ισραήλ κι έμειναν εκεί για πολλά χρόνια, τώρα μια σειρά χαμόσπιτα συνθέτουν μια παραγκούπολη. «Βλέπεις κόσμο; Κάθε ώρα, κάθε μέρα έτσι», σχολιάζει ο Αμπίτ. «Και πορνό. Βρόμικα λεφτά».

Επιστρέψαμε περνώντας από την Μπάστα, την παλιά μουσουλμανική γειτονιά της πόλης. Άρωμα ανατολής, αραβικές επιγραφές, γυναίκες με μαντίλες και δρόμοι στολισμένοι με ημισελήνους για το Ραμαζάνι. Κοντεύει έξι, σιγά – σιγά νυχτώνει κι ο κόσμος βγαίνει στους δρόμους – «στις εφτά γίνεται χαμός», λέει ο Αμπίτ, καθώς παρατηρούμε υπαίθρια καρότσια με φαγητό να ετοιμάζουν μαζικές παραγγελίες.

Σημαίες και χρυσός
Το επόμενο πρωί πέσαμε πάνω στην εθνική γιορτή των Λιβανέζων για τους «μάρτυρες του έθνους». Κόσμος παντού με σημαίες ξεχύθηκε στην πόλη, για να συγκεντρωθούν όλοι, κάποιες δεκάδες χιλιάδες, σε μια πλατεία στα βόρεια της πόλης. «Πόσοι λαοί γιορτάζουν έτσι, με τόση χαρά;», αναρωτηθήκαμε, φέρνοντας στο νου τη διασπασμένη ενότητα που συνθέτουν οι 18 αναγνωρισμένες θρησκευτικές ομάδες της χώρας. Μία από αυτές κι η αρμένικη. Πρόσφυγες που ήρθαν στη δεκαετία του 1950 κι έχτισαν τη δική τους γειτονιά. Γεμάτη αρμενικές επιγραφές και δρομάκια κλειστά για αυτοκίνητα η Μπουρς Χαμούτ προδίδει την ταυτότητά της: Από τις αφίσες για τις ταινίες του Σαρλ Αζναβούρ ώς τα κοσμηματοπωλεία που προτιμούν κι εδώ ως επιχειρήσεις οι Αρμένιοι, τιμώντας τα επαγγέλματα των προγόνων τους. Με ταξί μετακινούμαστε στον τελευταίο σταθμό του ταξιδιού, την Νταχίρ, την έδρα της Χεζμπολάχ («μουσουλμανική CIA», όπως τη χαρακτήρισε ο Αμπίτ). Άλλη συνοικία – η Βηρυτός που κρύβουν από τους τουρίστες. Στους δρόμους αταξία με τους πιο τολμηρούς να περνούν με θάρρος τις διασταυρώσεις. Οι δρόμοι γεμάτοι με αφίσες νεκρών και σημαίες με τον σιίτη πρόεδρο της Βουλής, Ναμπίχ Μπέρι, να οξύνουν την αντιπαράθεση.

Τα κτήρια, άλλα έρημα κι άλλα ξαναχτίζονται τώρα, μαζί με τις πεσμένες γέφυρες. Βιαστικές φωτογραφίες στα βομβαρδισμένα, μέχρι ο ταξιτζής να πει επιτακτικά «Στοπ!». Αυτή τη φορά είναι χριστιανός, ο Νικολά. Μισεί τη Χεζμπολάχ, αγαπά το Ισραήλ. Στα κτήρια, λέει, η Χεζμπολάχ έχει άνδρες που ελέγχουν από ψηλά με κυάλια την περιοχή κι ελέγχουν όλα τα πρατήρια καυσίμων. Στον Εμφύλιο είχε κάνει κομάντο. «Ήμουν 25 χρονών τότε, τώρα 45. Έριχνα μπόμπες στη Συρία και στη Σάμπρα. Τώρα τέλειωσε, ηρέμησα. Ταξί και οικογένεια», λέει, σαν να επαναλαμβάνει την ίδια την ιστορία της χώρας, που προσπαθεί, ως γνήσια Μέση Ανατολή, να καταλαγιάσει τα πάθη της.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 4/11/2008

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s