Ακόμα φοβόμαστε το διαφορετικό

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ «ΝΗΣΙΟΥ», ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ, ΜΙΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

«Περπατώντας στην παλιά Λευκωσία ένιωθα συνεχώς ότι «εισέβαλλα» σε ένα χώρο που δεν θα ‘πρεπε να ήμουν, ήταν τόσο ήσυχα, τόσο άδεια»

Συνέντευξη στη Χρύστα Ντζάνη*

Συναντηθήκαμε ένα μεσημέρι, που τα Ηνωμένα Έθνη έκαναν αποναρκοθέτηση στην πράσινη γραμμή. Με ρώτησε τι ήταν αυτός ο έντονος θόρυβος που ακούγαμε κι όταν έμαθε ότι ήταν οι νάρκες, έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον να κάνει μια τελευταία βόλτα στην παλιά Λευκωσία, με την «ηλεκτρισμένη» ατμόσφαιρα. Σε ένα διάλειμμα των παρουσιάσεων του νέου της βιβλίου «Ο γυρισμός», από τις εκδόσεις Διόπτρα (σε μετάφραση Μιχάλη Δελέγκου), η Βικτώρια Χίσλοπ μιλά στον «Π» για το «Νησί» και την επιτυχία που σημείωσε, την Κύπρο, τα ταξίδια και τα μελλοντικά της σχέδια.

Πώς προέκυψε το «Νησί» και πώς η Σπιναλόγκα ως σκηνικό του βιβλίου;
Για μένα αυτή η ιστορία περίμενε να γραφτεί. Βρέθηκα για διακοπές στην Κρήτη με τα παιδιά και τον σύζυγό μου. Ψάχναμε κάτι να κάνουμε στο νησί για κείνες τις λίγες μέρες. Είδαμε το νησάκι της Σπιναλόγκα σε έναν ταξιδιωτικό οδηγό και είπαμε να πάμε. Όταν το είδα, σκέφτηκα πως ήταν μαγικό, ένας τόπος γεμάτος μαγεία! Ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο μέρος και σκέφτηκα να γράψω μια ιστορία για αυτό. Δεν είχα στο νου μου να γράψω βιβλίο. Ίσως ήταν μια αλλαγή που έπρεπε να κάνω στην ζωή μου, και το διασκέδασα πολύ.

Πώς στήσατε όλο αυτό το σκηνικό της μικρής κοινωνίας στο Νησί;
Απλώς τους φαντάστηκα σαν τους ανθρώπους που έβλεπα στην Κρήτη. Απλά, καθημερινά πρόσωπα που τα μετέφερα στο Νησί. Η ιδέα ήρθε πολύ γρήγορα. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι αυτό το μέρος ήταν εγκαταλελειμένο, αφού όπως ξέρουμε, βρέθηκε θεραπεία στη λέπρα, οι άνθρωποι έφυγαν από το νησί και είχαν μια ευχάριστη κατάληξη.
Τον χαρακτήρα της Μαρίας δεν τον είχα απ’ την αρχή στο μυαλό μου όταν πήγα εκεί. Είχα στο νου μου μόνο μια νεαρή γυναίκα που πήγαινε στο Νησί νομίζοντας ότι δεν θα επιστρέψει ποτέ. Όμως στην πορεία άρχισε να θεραπεύεται και τότε έγινε περίπλοκο, γιατί θα ‘πρεπε να αφήσει τον γιατρό με τον οποίο είχαν ερωτευτεί. Μπαίνει το θέμα της ισορροπίας, όπου η γυναίκα είναι και πάλι καλά, όμως τώρα πρέπει να φύγει από τον αγαπημένο της. Είχα αυτή την ιδέα και την ανέπτυξα.
Έπειτα, χρησιμοποίησα και σημάδια από τους χώρους, εικόνες και κείμενα που υπήρχαν στους τοίχους ή σε βιβλία και έστησα το σκηνικό. Ήταν σαν αόρατες λεπτομέρειες ότι κάποιος ζούσε εκεί.

Και τώρα η Κύπρος. Ως συγγραφέας ταξιδιωτικών κειμένων, τι θα γράψετε για την Κύπρο όταν επιστρέψετε; Σας ενέπνευσε κάτι όπως στην Κρήτη;
Δεν έχω προλάβει να γυρίσω καθόλου, μονάχα λίγο στην παλιά πόλη της Λευκωσίας. Πρέπει να επιστρέψω για να κάτσω περισσότερο και να μην είναι βιαστικά, για δουλειά, αλλά να γυρίσω τον τόπο. Πάντως βρήκα μια «ηλεκτρισμένη» ατμόσφαιρα σ’ αυτό το κομμάτι της παλιάς πόλης. Βρεθήκαμε εκεί για δείπνο και μετά περπατήσαμε λίγο και είχα συνεχώς την αίσθηση ότι θα εμφανιζόταν κάποιος να μας πει να σταματήσουμε και να στραφούμε πίσω. Ένιωθα συνεχώς ότι «εισέβαλλα» σε ένα χώρο που δεν θα ‘πρεπε να ήμουν, ήταν τόσο ήσυχα, τόσο άδεια. Κάπου όμως βρήκα ένα κίτρινο αυτοκίνητο παρατημένο ή δυο καρέκλες, έξω από ένα σπίτι όπου δεν ζούσε κανείς – κι όμως το ‘καναν να μοιάζει κατοικημένο.
Το θέμα είναι ακόμα πολύ σύνθετο, μια κατάσταση που συνεχίζεται κι όχι σαν την Σπιναλόγκα που είναι πια παρελθόν. Δεν είμαι εγώ το πρόσωπο που θα γράψει για αυτό -είναι πολύ περίπλοκο. Είμαι σίγουρη πως υπάρχουν κι εδώ άνθρωποι να γράψουν βιβλίο για αυτή την κατάσταση.

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να φοβούνται το διαφορετικό, όπως στην περίπτωση της λέπρας στη Σπιναλόγκα;
Σίγουρα, ναι. Αντιδρούν συχνά πολύ απότομα, προκατειλημμένα στο διαφορετικό. Νομίζω ότι αρκετά συχνά φοβόμαστε το διαφορετικό και οποιονδήποτε δεν είναι σαν εμάς. Στην περίπτωση της λέπρας είχε και μια αιτία, οι άνθρωποι φοβούνταν μην κολλήσουν. Ακόμη και στη Βίβλο οι λεπροί αντιμετωπίζονταν ως διαφορετικοί από τους άλλους. Άλλωστε οι άνθρωποι για καιρό, επειδή δεν καταλάβαιναν τη λέπρα, θεωρούσαν ότι πρόκειται για κατάρα από το Θεό.

Ταξιδεύετε συχνά. Τι μαθαίνετε από τα ταξίδια σας;
Δεν μαθαίνεις ποτέ αρκετά. Φέτος πήγα στην Ταϊλάνδη και πρέπει να πω πως περίμενα κάτι πολύ διαφορετικό απ’ ότι βρήκα εκεί. Οι προσδοκίες μου για εκείνο το μέρος ανατράπηκαν και νομίζω πως αυτό είναι καλό. Τα ταξίδια είναι πάντα μια πρόκληση.

Για το «Νησί» βραβευτήκατε και ο «Γυρισμός» είναι ήδη μπεστ-σέλερ. Πόσο δύσκολο είναι να γράφεις το επόμενο βιβλίο μετά από τέτοια επιτυχία;
Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω ακόμα. Όμως στην περίπτωση του «Γυρισμού», για παράδειγμα, δεν το έγραψα επειδή «έπρεπε», αλλά επειδή είχα την ιδέα και ήθελα πραγματικά να το γράψω. Το ίδιο θα είναι και το τρίτο μου βιβλίο. Δεν θα γράψω κάτι επειδή «πρέπει», είναι και πολύ δύσκολή δουλειά. Δεν θα πιεστώ, θα περιμένω μάλλον να βρω μια ιδέα που για μένα θα αξίζει να τη διηγηθώ. Προς το παρόν πάντως δεν έχω κάτι καλό κατά νου για να γράψω βιβλίο.

Η Βικτώρια Χίσλοπ, συντάκτρια ταξιδιωτικών θεμάτων σε βρετανικά έντυπα, εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2007. Το πρώτο της βιβλίο, «Το νησί», που περιέγραφε την ζωή σε μια αποικία λεπρών στο νησάκι της Σπιναλόγκα, στην Κρήτη, έμεινε για καιρό στην πρώτη θέση των πωλήσεων, ξεπερνώντας τα 1 εκατ. αντίτυπα. Η ίδια κέρδισε το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα στα Βρετανικά Βραβεία Βιβλίου «Nibbies». Το 2008 εκδόθηκε το δεύτερό της μυθιστόρημα, με τίτλο «Ο Γυρισμός», για μια ιστορία γεμάτη πάθος και πόνο στην καρδιά της Μεσογείου, την Ισπανία.

*Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Παράθυρο» του «Πολίτη» στις 23/11/2008.

20081123_hislop_interview (pdf)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s