Ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει

Καρπασία, πρώτη επίσκεψη στην άκρη της Κύπρου

«Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου, την άγγιξα, μου μίλησε. Κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια». Γιώργος Σεφέρης, «Ελένη»

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ*

Μια ηλιόλουστη Κυριακή του Μάρτη ξεκινάμε για την Καρπασία. Σαν σε προσκύνημα. Οι υπόλοιποι της παρέας είχαν ξαναπάει – για μένα ήταν η πρώτη επίσκεψη στη χερσόνησο των Αγίων, των αφηγήσεων, της θλιβερής μοίρας των εγκλωβισμένων. Περνούμε το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου κι ακολουθούμε τις πινακίδες για την Αμμόχωστο. Ο κάμπος της Μεσαορίας πράσινος, χαρά Θεού, κι εγώ ψάχνω στον χάρτη τα ονόματα των χωριών. Κοντέα, Λύση, Βατυλή, Άσσια, Λευκόνοικο. Στο Βαρώσι χωνόμαστε στην παραλία, δίπλα στο ξενοδοχείο Κωστάντια. Σηκώνουμε τις φωτογραφικές μηχανές – κι ας απαγορεύεται η φωτογράφηση.Τα παλιά ξενοδοχεία, σχεδόν ετοιμόρροπα, απλώνουν τον ίσκιο τους στη «χρυσή αμμουδιά». Όπου «χρυσή», γράψε αλήθεια, μου το ‘λεγαν τόσα χρόνια κι εγώ δεν το πίστευα, μέχρι να φτάσω εδώ, «στην όχθη ενός Δέλτα» και να αντικρίσω την απαλή ξανθή άμμο να την χτυπάει με ηρεμία το γαλάζιο κύμα. Υπερβολές, θα μου πεις, μα πέρα για πέρα αλήθεια.

Απ’ τα Άδανα
Σε μια γωνιά μας πλησιάζει ένα ζευγάρι, μια βαριά αρσενική μορφή και μια μαντηλοφόρα γυναίκα. Έποικοι απ’ τα Άδανα. Ευγενικές μορφές, ανταλλάσσουμε δυο τρεις κουβέντες στα τουρκικά, για να μάθω πως μένουν στην Κύπρο εδώ και δέκα χρόνια, στη βόρεια Λευκωσία, κι ήρθαν στο Βαρώσι να χαρούν τη θάλασσα.
Λίγο αργότερα, δυο αγόρια έξω από τον Καθολικό του Αγίου Νικολάου, θα μας ρωτήσουν λίγο πιο άχαρα από πού είμαστε. Όταν απαντάμε «απ’ την Κύπρο», ξαναρωτούν «Νότια Κύπρο;», γνέφουμε καταφατικά κι εκείνοι συμπληρώνουν αυτάρεσκα «έτσι μπράβο…».

Κίτρινα άνθη
Κι έπειτα Καρπασία, Μπογάζι, Άγιος Θεόδωρος, Κώμα του Γιαλού. Όμορφη διαδρομή, στ’ αριστερά μας πράσινο και δεξιά η θάλασσα. Μα και μια θλίψη στα ατέλειωτα συγκροτήματα κατοικιών που χτίζονται όπου γης.
Μετά τη Γιαλούσα η ηρεμία στο τοπίο επανέρχεται, η φύση σε οργασμό με τα χαρακτηριστικά κίτρινα άνθη παντού, τις διάσπαρτες ελιές, το παλιό οδικό δίκτυο και κείνη τη λαχτάρα σε κάθε στροφή να φανεί ο Απόστολος Ανδρέας. Θα φανερωθούν πρώτα οι Χελώνες, σαν κρυφή παραλία με τα βράχια της, και μετά το μοναστήρι, στην άκρη της γης, στο θαλασσοφίλητο ακρωτήρι με το αγίασμα, να μην πιστεύεις ότι βρίσκεσαι εκεί, στο πιο συμβολικό σημείο ολόκληρης της νήσου.
Στην επιστροφή κυνηγάμε τη νύχτα. Λίγο πριν βραδιάσει, στο Ριζοκάρπασο, σε μια ξεχασμένη στροφή στο τέλος του χωριού, δυο κοριτσάκια, η Χατιτζέ κι η Σουλτάνα. Έποικοι, το δίχως άλλο. Μα σίγουρα πολύ μικρές για να γνώρισαν άλλη πατρίδα απ’ την Κύπρο. Μας προσφέρουν λουλούδια και χαμόγελα.

Εγκλωβισμένοι
Στον Άγιο Ανδρόνικο συναντάμε το τελευταίο ζευγάρι των εγκλωβισμένων που απέμειναν στο χωριό. Ο κύριος Αντρέας κι η κυρία Μηλιά. Ανείπωτη χαρά να συναντούν μια παρέα νέους να τους μιλούν ελληνικά, ανείπωτη κι η δική μας χαρμολύπη να τους βλέπουμε εκεί μόνους, μα δυνατούς. Μας τρατάρουν χυμό πορτοκάλι και μας υποδέχονται στο ανακαινισμένο τους σπίτι. Μετά από δεκαετίες μοναξιάς, η κυβέρνηση της Δημοκρατίας έδωσε τα κονδύλια για να φτιαχτούν τα σπίτια-ερείπια των εγκλωβισμένων. Όταν χτιζόταν, οι Τουρκοκύπριοι μάστορες ρωτούσαν με μια υποψία τον κύριο Αντρέα γιατί προτίμησε το γαλάζιο χρώμα στην κορυφή των τοίχων. «Σε λίγο θα μας ζητήσεις να σου βάψουμε ελληνικό μπαϊράκι», του είπαν χαριτολογώντας. «Είναι για να ξεχωρίζω, γιε μου», τους απάντησε. «Αν έρθει κάποιος να με ψάξει στο χωριό, πώς θα βρει το σπίτι μου μέσα σε τόσα άλλα;».

Μαθαίνουν τα νέα «μας» από το ΡΙΚ. Καλλιεργούν το χωράφι και κάνουν παρέα με τους παλιούς Τουρκοκύπριους που μιλάνε ελληνικά και με κάποιους εποίκους που τους ξέρουν πια και δεν έχουν πρόβλημα. Αλλά το άγχος παραμένει. Ζώντας σ’ αυτή τη φύση να ‘χεις άγχος; «Και πώς να μην έχεις; Δυο πλάσματα μείναμε, κάθε μέρα τα ίδια πράγματα, οι ίδιες φάτσες, οι ίδιοι τοίχοι», απαντά ο κύριος Αντρέας. «Πώς κι αντέξατε τόσα χρόνια εδώ;». «Και πού να πάμε;», απαντά, «εδώ ήταν οι παππούδες μας, οι γονιοί μας», λέει κι εγώ ζηλεύω το δέσιμό του με τη γη.
Μας αποχαιρετά σχεδόν με μια ευχή. «Κάθε βράδυ», λέει, «όταν πέφτω, παρακαλώ τον Κύριο να στείλει αγάπη, να λείψει το μίσος. Τόσα χρόνια μίσος, πόσο να πάει πια;». Όταν πήραμε την επιστροφή είχε πέσει η νύχτα κι εμείς, σαν συνεννοημένοι, βυθίσαμε τη σιωπή μας στ’ αστέρια.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 30/3/2009.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s