Ο κοινός τόπος της επιθυμίας τους

Πώς καταγράφεται η προσφυγική συμπεριφορά Ε/Κ και Τ/Κ – Το παράδειγμα των Λαρνατζιωτών

Λάρνακα Λαπήθου ή Kozan, το χωριό είναι κοινός τόπος της επιθυμίας των Ελληνοκυπρίων που έφυγαν από κει ως πρόσφυγες το ’74 και των Τουρκοκυπρίων που, πρόσφυγες από την Πάφο, εγκαταστάθηκαν εκεί μετά τον πόλεμο

Της Χρύστας Ντζάνη*

Η Λίζα Δικωμίτη μεγάλωσε, όπως και τα περισσότερα παιδιά Ελληνοκυπρίων προσφύγων του Ά74, με την ιδέα ότι το χωριό των προγόνων της ήταν ο παράδεισος επί της γης. Ο πατέρας της, που μετά τον πόλεμο έφυγε στο Βέλγιο, έχει ταξιδέψει σΆ όλο τον κόσμο, όμως όπου κι αν πάει, η ίδια τον θυμάται να λέει «το χωριό μας ήταν πιο όμορφο», φέρνοντας στο νου τη Λάρνακα της Λαπήθου (το γένος καθΆ υπόδειξη της ερευνήτριας), όπου είχε μεγαλώσει.
Μεγαλωμένη η ίδια στο φλαμανδικό Βέλγιο, από Βελγίδα μητέρα, της ήταν πιο εύκολο να κρατήσει αποστάσεις από τις πατρικές αναμνήσεις. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, που έφερε για πρώτη φορά τις δύο κοινότητες σε επαφή έπειτα από σχεδόν τρεις δεκαετίες, τη βρήκε διδάκτορα Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης (Βέλγιο) και αποτέλεσε την αφορμή για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα έρευνα γύρω από τους ανθρώπους της Λάρνακας της Λαπήθου: Τους πρόσφυγες που έφυγαν το Ά74 στις νότιες περιοχές και τους πρόσφυγες που πήγαν στην περιοχή, το σημερινό Kozan, ως πρόσφυγες από την Πάφο.
Η έρευνα τιτλοφορείται «Οι τόποι που επιθυμούν» (Places of Desire), για να αποδοθεί έτσι το ιδιαίτερα ενδιαφέρον συμπέρασμά της: Ότι -τουλάχιστον- στην περίπτωση της Λάρνακας της Λαπήθου, πρόκειται για έναν τόπο που τον επιθυμούν τόσο οι Λαρνατζιώτες, που ζούσαν εκεί έως το 1974, όσο και οι τωρινοί του κάτοικοι, οι Kozanlιlar, αφού οι μεν Ελληνοκύπριοι δηλώνουν ξεκάθαρα ότι είναι πρόσφυγες κι επιθυμούν να επιστρέψουν, οι δε Kozanlιlar απαντούν ότι ζουν εκεί για περισσότερα από 30 χρόνια και θέλουν να παραμείνουν.

Η επιστροφή των προσφύγων
Πριν το 1974 στη Λάρνακα της Λαπήθου κατοικούσαν μόνο Ε/Κ. Αμέσως μετά τον πόλεμο, μετακινήθηκαν εκεί κάποιοι λίγοι έποικοι και κυρίως Τ/Κ, οι οποίοι προέρχονται από χωριά της Πάφου, την Κρήτου Τέρρα, την Τέρρα, την Ακουρσό και γειτονικά χωριά. Ξεκινώντας την έρευνά της από το 2002, η δρ Λίζα Δικωμίτη συνομίλησε αρχικά με Λαρνατζιώτες, οι οποίοι πριν ανοίξουν τα οδοφράγματα εξέφραζαν νοσταλγία για τον τόπο τους και επιθυμία να επιστρέψουν. Το 2003 οι περισσότεροι από αυτούς πήγαν σχεδόν από την πρώτη στιγμή να δουν το χωριό τους και μάλιστα τους πρώτους μήνες πραγματοποίησαν και δεύτερη επίσκεψη. ‘Αλλοι αποφεύγουν αυτή τη διαδρομή, κυρίως διότι επιδεικνύοντας ταυτότητα στα οδοφράγματα αισθάνονται το αποφευκτέο: ότι επιστρέφουν σαν τουρίστες στον τόπο τους.
Τελικά, οι περισσότεροι Λαρνατζιώτες πρόσφυγες πηγαίνουν στο χωριό τους σαν σε προσκύνημα και αρκούνται σε τυποποιημένες κινήσεις: Επισκέπτονται το σπίτι, τα χωράφια τους, την εκκλησία και το μοναστήρι της Παναγίας των Καθαρών, παίρνουν κάποια ενθύμια, φωτογραφίες, λίθους από τα σπίτια και οπωσδήποτε λίγο νερό από την περίφημη βρύση του, και επιστρέφουν. Στην αρχή αντάλλασσαν και δυο τρεις κουβέντες με τους σημερινούς κατοίκους – τώρα πια όχι. Κοινή πεποίθηση όλων αυτών που επιστρέφουν στο χωριό -και οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν παύουν να δηλώνουν πρόσφυγες- είναι ότι στην πρώτη τους επιστροφή το βρήκαν μικρότερο – τα σπίτια, τα τοπία, το βουνό. Κυρίως διότι εδώ και 35 χρόνια ζουν στο αστικό περιβάλλον της Λευκωσίας, με τα ψηλά κτήρια. Στις μνήμες τους για τρεις δεκαετίες η Λάρνακα της Λαπήθου διατηρούνταν ως ένα γραφικό χωριό, που το περιέγραφαν πάντα ρομαντικά ως παράδεισο.
Σε αντίθεση με τους γονείς, τα παιδιά των Ε/Κ προσφύγων επισκέπτονται το χωριό, μόνο εφόσον θα πήγαιναν και οι γονείς τους και γενικά δεν συνηθίζουν να επιστρέφουν. Μεγαλωμένοι στη Λευκωσία ή σε άλλες πόλεις της Κύπρου, οι απόγονοι των Λαρνατζιωτών προσφύγων του 1974 γεννιούνται και μεγαλώνουν με γνώσεις και κεκτημένες μνήμες του απολεσθέντος τόπου, κυρίως, όπως σχολιάζει η κ. Δικωμίτη, διότι σΆ αυτή την πλευρά της Κύπρου έχουμε το εκπαιδευτικό σύστημα και τα ΜΜΕ να τα θυμίζουν. «Κάθε Λαρνατζιώτης που γεννήθηκε μετά το Ά74 θα ξέρει ότι το χωριό είχε μια εκκλησία, ένα μοναστήρι και τη βρύση», σχολιάζει.

Η πλευρά των Τ/Κ κατοίκων: Οι Kozanlιlar
Στο Kozan η Λίζα Δικωμίτη έζησε συνολικά 12 μήνες, στο σπίτι μιας οικογένειας Τουρκοκύπριων. Κατόρθωσε έτσι να δει πώς οι άνθρωποι άλλαξαν και ποια ήταν η συμπεριφορά τους από τη στιγμή που άνοιξαν τα οδοφράγματα μέχρι σήμερα. Σε αντίθεση με τους Λαρνατζιώτες οι οποίοι, ζώντας τα τελευταία 35 χρόνια στην ελεύθερη Κύπρο, θα ήθελαν να επιστρέψουν στο χωριό, στην πραγματικότητα όμως όχι τόσο για να ζήσουν εκεί μόνιμα, όσο για να έχουν εκεί το πατρικό τους ως εξοχικό, οι Kozanlιlar εκφράζουν την επιθυμία να παραμείνουν εκεί. Νιώθουν ότι στο Kozan είναι ο τόπος τους και δεν επιθυμούν να ξαναφύγουν. Η ιστορική προσφυγική διαδρομή τους, εξάλλου, είναι μακρά, αφού έφυγαν το 1958 από την Κρήτου Τέρρα για την Τέρρα, από κει στη Λεμεσό, έπειτα οι άντρες για λίγο στην Τουρκία, προτού καταλήξουν στο Kozan, όπου για 35 χρόνια κανείς δεν τους τάραξε.

Η ερευνήτρια εξηγεί πως αυτή η άποψη οφείλεται και λίγο στην τακτική του καθεστώτος στο βορρά, το οποίο, όταν έφερε τους Τουρκοκύπριους να κατοικήσουν στην περιοχή, τους είπε:
«Αυτό είναι τώρα το σπίτι σας, είστε ελεύθεροι, μπορείτε να ζείτε εδώ».
Εξάλλου, χάρη στο point system που ακολουθήθηκε κατά τον εποικισμό της βόρειας Κύπρου, για ό,τι άφησαν πίσω τους οι πρόσφυγες στην Πάφο, ακριβώς αντίστοιχη περιουσία πήραν στον βορρά και έτσι δεν τρέφουν το αίσθημα της άδικης αναλογικά απώλειας.
Το αίσθημα της εντοπιότητας το έχουν και τα παιδιά των Kozanlιlar, που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο χωριό, δίχως να γνωρίσουν προσφυγιά. Τα παιδιά που κατοικούν σήμερα στο χωριό δεν έχουν καθόλου μνήμες από τα χωριά των γονιών στην Πάφο, ούτε γνωρίζουν ούτε μοιάζουν να ενδιαφέρονται.
«Αν ρωτήσεις ένα παιδί σήμερα στο Kozan», αναφέρει η Λίζα Δικωμίτη, «δεν θα ξέρει να σου πει από πού ακριβώς είναι οι γονείς του, διότι σπάνια μιλούσαν για αυτό, δεν υφίστατο θέμα».
Την προσφυγική τους καταγωγή, οι σημερινοί Kozanlιlar τη θυμήθηκαν μόνο μετά το σχέδιο Ανάν, με το οποίο το χωριό θα επιστρεφόταν στους Ελληνοκυπρίους.
Η έννοια του πρόσφυγα στη μια και την άλλη πλευρά των κατοίκων, οι οποίοι αμφότεροι επιθυμούν ως τόπο τους τη Λάρνακα της Λαπήθου ή Kozan, είναι ένα θέμα που απασχόλησε πολύ την έρευνα της Λίζας Δικωμίτη. Οι Ε/K, αναφέρει, έχουμε την έννοια του πρόσφυγα, συνυφασμένη με την τραυματική εμπειρία των Μικρασιατών προσφύγων, ως ενός ανθρώπου που έφυγε από τον τόπο του κυνηγημένος λόγω πολέμου. Με το σχέδιο Ανάν το χωριό θα επιστρεφόταν στους Ε/Κ, οι οποίοι όμως δύσκολα θα επέλεγαν, 30 χρόνια μετά, να επιστρέψουν μόνιμα στον τόπο απΆ όπου έφυγαν πρόσφυγες, διότι οι ζωές τους κι οι οικογένειές τους βρίσκονται τώρα στις ελεύθερες περιοχές. Αυτό που επιζητούν δεν είναι τόσο η υλική αναγνώριση, όσο η αναγνώρισή τους, από τον παγκόσμιο παράγοντα και τους Τ/Κ, ως προσφύγων που υπέφεραν πολύ.
Οι Τ/Κ αντιθέτως αυτοαποκαλούνται «gocmenler», μια έννοια σύνθετη, που σημαίνει πρόσφυγας, αλλά ταυτόχρονα και μετανάστης. Έχοντας αλλάξει πολλούς τόπους διαμονής σε 16 χρόνια και φοβούμενοι ότι σε περίπτωση λύσης θα αναγκάζονταν να ξαναξεσπιτωθούν, άρχισαν να βλέπουν εαυτούς ως πρόσφυγες μόνο μετά το 2003. Τελικά, E/Κ και T/Κ μάλλον δεν αναγνωρίζουν αλλήλους ως πρόσφυγες, αν και, σύμφωνα με την κ. Δικωμίτη, ίσως εκεί να βρίσκεται και η λύση του Κυπριακού: Να προσεγγίσουν κάποτε ο ένας τον άλλο και να πουν «κι εσύ κι εγώ είμαστε πρόσφυγες, ας τα βρούμε τώρα».

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 19/7/2009.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s