Κάθε αγνοούμενος και μία ιστορία

Οι άνθρωποι πίσω από την ταυτοποίηση

Η διαδρομή από τις εκταφές έως την ενημέρωση μιας οικογένειας ότι εντοπίστηκε ο αγνοούμενος συγγενής της

Της Χρύστας Ντζάνη*

Η Μαρία ήταν ο μόνος άνθρωπος που γνώριζα που είχε συγγενή αγνοούμενο. Μου το είχε πει μια μέρα στη σχολή και είχα συγκλονιστεί. Θυμάμαι καλά ότι έτρεξα την ίδια μέρα και αναζήτησα τη φωτογραφία του στο αρχείο, το όνομά του, τον τόπο και την ημερομηνία εξαφάνισής του. Ο θείος της είχε γίνει όχι ακόμη μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, αλλά ένα πρόσωπο που μπορούσα να φανταστώ την οικογένειά του να τον περιμένει, τον τελευταίο ασπασμό, ίσως και κάποιες στιγμές του στον πόλεμο.

Πριν από λίγες βδομάδες έμαθα ότι η Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων είχε βρει και ταυτοποιήσει τα οστά του. Εκτελέστηκε από τον τουρκικό στρατό και τάφηκε σε έναν ομαδικό τάφο, μαζί με 38 ακόμη στρατιώτες, κοντά στον Γ.Σ. Πράξανδρος Κερύνειας. Ξαφνικά, ο θείος της Μαρίας δεν ήταν πια μόνο μια φωτογραφία κι ένα αίνιγμα, αλλά μια ιστορία.
Αναρωτήθηκα ποιες ήταν οι τελευταίες του στιγμές, το τελευταίο του βλέμμα, η αγωνία του να επιβιώσει, κι αν όχι, αν θα βρεθεί κάποιος να ενημερώσει την οικογένειά του, που θα ‘χαν στο μεταξύ ήδη γίνει πρόσφυγες. Έπειτα σκοτάδι, κενό. Τριάντα έξι χρόνια. Κι ύστερα, μια μέρα, η οικογένεια ειδοποιήθηκε από την Επιτροπή, με πολύ κομψό τρόπο, και με την παρουσία επιστημόνων και ψυχολόγων, ότι ο άνθρωπός τους είχε βρεθεί. Κι ο θείος που περίμενε η Μαρία και τα αδέρφια κι η μητέρα του, ήταν πια όχι μόνο μια φωτογραφία, αλλά και ένας σκελετός, πλάι σε ένα αναμμένο καντήλι.

Η ενσυναίσθηση
Είχα την απορία αν οι άνθρωποι που απαρτίζουν τη ΔΕΑ, 235 ταυτοποιήσεις μετά, εξακολουθούν να συγκινούνται το ίδιο και να συνθέτουν με το νου τις τελευταίες στιγμές, κάθε φορά που παραδίδουν σε μια οικογένεια τα οστά ενός ή και περισσότερων οικείων τους, που είτε αγνοούνταν ή ήταν πεσόντες, αλλά άγνωστο πού θαμμένοι. Και, με αφορμή και τη θλιβερή επέτειο του χειρότερου καλοκαιριού στην ιστορία της Κύπρου, ακολούθησα την Επιτροπή στην πορεία της, από τις εκταφές, μέχρι την ενημέρωση της οικογένειας και την κηδεία.

«Αυθόρμητα σκεφτόμαστε ποιες ήταν οι τελευταίες του στιγμές. Είναι μέρος της δουλειάς, δεν μπορείς να είσαι απαθής. Είναι η λεγόμενη ενσυναίσθηση: να μπορείς να μπεις στη θέση του άλλου, να συμπάσχεις. Νιώθεις τον πόνο του. Μπορεί και να συνηθίζεις τη θέα του σκελετού, αλλά κάθε φορά είναι δύσκολο», μου είπε η μία από τις τέσσερις ψυχολόγους της Επιτροπής (δύο Ε/Κ και δύο Τ/Κ), η Λίνα Ζαμπά. «Ειδικά όταν είναι η πρώτη μέρα της ενημέρωσής μας για την ταυτοποίηση, χρειάζομαι μέρες για να συνέλθω. Δεν είναι μόνο ο αγνοούμενος, είναι και η οικογένεια και το ιστορικό της, τι πέρασε αυτά τα 36 χρόνια.

Κι έπειτα, μέχρι να πάνε στο ανθρωπολογικό έχει κίνηση, απορίες, κάποιοι θέλουν βοήθεια να ετοιμάσουν τη διαδικασία. Και κάθε φορά που πηγαίνουμε στο ανθρωπολογικό εργαστήριο να δούμε με την οικογένεια τα οστά, είναι επώδυνο», αναφέρει η συνάδελφός της, Καίτη Μαγκεζιάν.

Η ενημέρωση της οικογένειας
Το έργο των ψυχολόγων ξεκινά εκεί που ολοκληρώνεται η επιστημονική ταυτοποίηση και πρέπει πια να ειδοποιηθεί η οικογένεια. «Από την αρχή προσεγγίσαμε την πτυχή των οικογενειών με μεγάλη προσοχή, σεβασμό, επίγνωση ότι το κάνουμε για την οικογένεια και για την αποκατάσταση του δικαιώματός τους να μάθουν την αλήθεια. Από την αρχή είπαμε ότι θα περιλαμβάνουμε πρόνοια ώστε η προσέγγιση της οικογένειας να γίνεται σωστά και με προσωπικές επισκέψεις, ουδέποτε με επιστολές, τηλέφωνα και ψυχρή προσέγγιση. Θέλαμε να μένουμε κοντά στην οικογένεια ως γραφείο και ως κοινωνία. Το δικαιούνται και το αξίζουν», σημείωσε ο εκπρόσωπος της ελληνοκυπριακής πλευράς στη ΔΕΑ, Ηλίας Γεωργιάδης.

Μόλις ταυτοποιηθούν τα οστά, η Επιτροπή πρέπει σε σύντομο διάστημα να εντοπίσει και να ενημερώσει την οικογένεια – σύντομο διότι το νέο μπορεί να διαρρεύσει ανεπίσημα, ειδικά σε περιπτώσεις ομαδικών τάφων και διαδοχικών αναγνωρίσεων.

Οι ψυχολόγοι αναλαμβάνουν να βρουν την οικογένεια και να μάθουν την κατάστασή της – πόσοι βρίσκονται στο σπίτι, αν είναι καλά στην υγεία τους, αν συνέβη κάτι πρόσφατα, χαρμόσυνο ή δυσάρεστο και πρέπει να προσέξουν. Έχει τύχει οικογένεια να είναι σε προετοιμασία γάμου τη στιγμή που έγινε γνωστή η ταυτοποίηση, οπότε η είδηση της επικείμενης κηδείας έπρεπε να ειπωθεί όσο το δυνατόν πιο προσεκτικά. Τότε, προσεγγίζουν τον συγγενή που, κατά την εκτίμησή τους, θα είναι στην καλύτερη συγκριτικά θέση να ακούσει πρώτος τα νέα.

Θυμός κι απόγνωση
Το έργο τους δεν είναι εύκολο, προπάντων αν συλλογιστεί κάποιος ότι τόσα χρόνια κανείς δεν είχε προσεγγίσει τις οικογένειες των αγνοούμενων για να τους παράσχει ψυχολογική στήριξη. Έτσι, πολλές φορές οι ψυχολόγοι ακούνε παράπονα, εκ μέρους όλης της κοινωνίας, «Γιατί έρχεστε τώρα; Τόσα χρόνια που σας χρειαζόμασταν περισσότερο πού ήσασταν;». «Κάποιοι, οι γονείς προπάντων, νιώθουν οργή, θυμό, απόγνωση και ματαίωση της ελπίδας τους, αφού κάποτε, υπήρξαν και επιτήδειοι που τους κορόιδευαν με σενάρια για να κρατήσουν σε άγνοια τις οικογένειες.

Έχουν παράπονο ότι η πολιτεία κατανάλωσε τον πόνο τους. Ή νιώθουν βάρος, το βάρος 36 χρόνων, ενώ δεν πρέπει. Είναι πάρα πολύ ανθρώπινο να πεις στον άντρα σου ‘μην φύγεις για τον πόλεμο’, αλλά αυτός να πιστεύει ότι οφείλει να υπηρετήσει την πατρίδα. Κάποιοι είναι περήφανοι, άλλοι νιώθουν μεγάλη απογοήτευση διότι χάσαμε μεγάλο μέρος της πατρίδας, ήταν άδικη θυσία. Κάποιοι σκέφτονται ‘ας ερχόταν πίσω και ας μην ήταν ήρωας’. Όμως το ότι είναι ήρωας τους κρατά περήφανους», αναφέρει η κ. Ζαμπά.

Οι δύο ψυχολόγοι μου μιλούν με θέρμη για το έργο τους, αλλά συχνά νιώθω τη φωνή τους να κομπιάζει. Αναρωτιέμαι τι αποκομίζουν από αυτό και προπάντων, αν η φύση της συγκεκριμένης δουλειάς τις κάνει πιο αισιόδοξες ή πιο απαισιόδοξες για το μέλλον. «Συναντούμε γονείς ή συζύγους -νεαρές μητέρες τότε-, που έχουν χάσει το τρένο της ζωής. Μόνες να μεγαλώνουν παιδιά, περιμένοντας έναν σύζυγο παρόντα-απόντα. Και παιδιά, ειδικά αυτά που τον είχαν γνωρίσει, που έχασαν την παιδικότητά τους, αλλά έγιναν πιο δυνατά στη ζωή. Μας δίνουν μήνυμα ελπίδας και μαχητικότητας. Θυμάμαι μια υπερήλικη γυναίκα που είχε αγνοούμενο το μονάκριβο παιδί της. Βρέθηκε, τον έθαψε και μετά από έξι μήνες πέθανε. Βλέπουμε πως η δύναμη της ελπίδας παρατείνει τη ζωή», αναφέρει η κ. Ζαμπά.

Δύναμη ψυχής
«Μπαίνοντας σε αυτή τη διαδικασία μάθαμε πράματα που δεν θα μαθαίναμε αλλιώς. Εκεί που σταματά η γνώση, αρχίζει η τριβή. Το ότι μας δόθηκε μια ευκαιρία να ‘μπούμε στα παπούτσια’ των συγγενών ξεπερνά κάθε μόρφωση. Αρχίζει η εμπειρία που είναι αναντικατάστατη. Διαβάζεις για το πένθος και βλέπεις τι είναι πένθος μετά από 35 χρόνια. Έπειτα, έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπουμε τη ζωή. Όταν ξεκίνησα ήμουν 25 χρονών, ωρίμασα απότομα συναισθηματικά. Οι δυσκολίες που πέρασαν οι οικογένειες με ωρίμασαν. Η δύναμη και η καρτερικότητα να σταθούν δίπλα στα παιδιά τους. Μαθαίνεις να εκτιμάς τη ζωή και τα άτομα», προσθέτει η κ. Μαγκεζιάν. Εξάλλου, η επαφή με τις οικογένειες δεν σταματά μετά την κηδεία. Οι ψυχολόγοι κρατούν επαφή μαζί τους, από αμοιβαία ανάγκη. «Κάποιοι έρχονται και μας ευχαριστούν που είμαστε κοντά τους. Κάποιοι μας λένε πως είμαστε μέλη της οικογένειας. Είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση που μπορεί να πάρει άνθρωπος», λένε.
«Αυτή η επαφή με την οικογένεια της Κύπρου είναι ένας θησαυρός. Βρίσκεις χαρίσματα και χαρακτηριστικά που σε κάνουν να νιώθεις καλύτερα. Από αυτές τις οικογένειες γίνομαι καλύτερος, παίρνω δύναμη. Με αυτή την ποιότητα του κόσμου αξίζαμε καλύτερη τύχη και ίσως και καλύτερους ηγέτες», προσθέτει ο κ. Γεωργιάδης.

Ο πόνος μιας οικογένειας ισούται με τον πόνο χίλιων οικογενειών
Από τη στιγμή που μια οικογένεια θα ενημερωθεί για την εύρεση και ταυτοποίηση των οστών τού αγνοούμενου συγγενή της, είναι επιλογή της αν θα δει τα οστά ή αν θα επιλέξει να κάνει την κηδεία χωρίς αυτό το επώδυνο θέαμα. Για πολλούς η θέα των οστών συνεπάγεται τη συνειδητοποίηση του θανάτου. Για άλλους, είναι μια δυσάρεστη εμπειρία που είναι προτιμότερο να αποφεύγεται.

«Έρχονται να δουν τον συγγενή τους, αλλά πολύ διαφορετικό από ό,τι τον θυμούνται ή τον περίμεναν. ‘Αυτός δεν είναι ο πατέρας μου. Ο πατέρας μου ήταν πολύ ψηλός’, μας είπε μια φορά μια γυναίκα. Αλλά όταν χάθηκε, εκείνη ήταν μωρό, κι ο πατέρας της στα παιδικά της μάτια είχε διαφορετική όψη», μου ανέφερε ο -έμπειρος, από παρόμοια πολεμικά μέτωπα στην Πολωνία, το Κόσοβο κ.α.- Όλεγκ Εγκόροφ, ειδικός βοηθός του εκπρόσωπου των ΗΕ στη ΔΕΑ, Κριστόφ Ζιρόντ.

Ο κ. Εγκόροφ με υποδέχθηκε στον προθάλαμο του ανθρωπολογικού εργαστηρίου, στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, ένα μεγάλο λευκό δωμάτιο με πολλούς καναπέδες, όπου η Επιτροπή υποδέχεται τους συγγενείς που επιθυμούν να δουν τα οστά του συγγενή τους και να μιλήσουν με τους επιστήμονες που τα ταυτοποίησαν. «Ο πόνος μιας οικογένειας ισούται με τον πόνο χίλιων οικογενειών. Δεν κάνει διακρίσεις. Και για τον μικρό πληθυσμό της Κύπρου, 2.000 αγνοούμενοι είναι τεράστιος αριθμός. Σαν να χάνεται η πόλη της Νέας Υόρκης από τις ΗΠΑ», θα μου πει αρχικά, εισάγοντάς με στο έργο της ΔΕΑ. «Δεν πρόκειται απλώς για εκταφές. Σε 30-40 χρόνια η γη έχει αλλάξει. Δεν πρέπει απλώς να βρούμε τον τόπο. Πρέπει να βρούμε και όλη την έκταση όπου πιθανόν διασκορπίστηκαν τα οστά. Είναι σαν να ψάχνεις χρυσό, κοσκινίζουμε το χώμα. Γι’ αυτό οι αρχαιολόγοι μας είναι νέοι: Βοηθά, έχουν φυσικές αντοχές και είναι ακόμα ιδεολόγοι».

Στο δωμάτιο που βρισκόμαστε η οικογένεια συναντά τους ανθρώπους που βρήκαν και ταυτοποίησαν τα οστά: έναν αρχαιολόγο, έναν ανθρωπολόγο, και εκπρόσωπο του εργαστηρίου δικανικής γενετικής, και εφόσον το επιθυμούν, είναι παρόντες και ένας ψυχολόγος και ιερέας.
«-Έχεις ξαναδεί ανθρώπινα οστά; -Όχι. -Τώρα θα δεις», μου λέει ο κ. Εγκόροφ και προχωρούμε στο δωμάτιο όπου τοποθετείται ο σκελετός, για να τον δουν οι συγγενείς. Ένα μεγάλο, λευκό δωμάτιο, με δύο κλίνες, κι ένα τραπεζάκι όπου τοποθετούνται η φωτογραφία του αγνοούμενου και, αναλόγως αν είναι Ελληνοκύπριος ή Τουρκοκύπριος, μια εικόνα της Παναγίας κι ένα καντήλι ή το Κοράνι. Σε μια γωνιά του δωματίου, ένα τραπεζάκι με προσωπικά αντικείμενα που δεν ταυτοποιήθηκαν. Σταυροί, κουμπιά, κάλτσες, ένα ρολόι, βραχιόλια, κέρματα κι ένα παιδικό παπούτσι…

Προσεκτική προσέγγιση
Ο Ηλίας Γεωργιάδης θυμάται μια περίπτωση από τις πρώτες ταυτοποιήσεις, όταν δυσκολεύτηκε να βρει συγγενή να ενημερώσει για την ταυτοποίηση. «Έβλεπα στα χαρτιά μας ένα άτομο, τηλεφωνούσα, ήταν η αδερφή του αγνοούμενου, αλλά ήταν σε διακοπές, δεν απαντούσε. Έμαθα πως ο άλλος αδερφός είχε ένα σουβλατζίδικο. Περίμενα να περάσει η φούρια της δουλειάς και πήγα το απόβραδο στο μαγαζί. Έμεινα απ’ έξω λίγη ώρα και τον παρατηρούσα. Φαινόταν ένας ταλαιπωρημένος κύριος, κουρασμένος, ετοιμαζόταν να κλείσει. Μπήκα μέσα. Με ρώτησε ‘ο κύριος τι θέλει;’. Αιφνιδιάστηκα, αλλά απάντησα γρήγορα ‘Θέλω ένα αναψυκτικό’. Παίρνω το αναψυκτικό κι εκείνος συνέχισε τις δουλειές του. Ανησύχησα που τον είδα ταλαιπωρημένο. Ρώτησα τον νεαρό που ήταν εκεί. Κατάλαβα πως ήταν ο γιος του. Του μίλησα έξω ιδιαιτέρως, του είπα ‘Προσπαθώ να βρω τη θεία σου, δεν μπορώ. Έχουμε κάποιες εξελίξεις με τον αγνοούμενο αδερφό τους, τι να κάνω;’. Μου απάντησε ‘Ο Θεός σε φώτισε! Ο πατέρας μου έχει πρόβλημα με την καρδιά του! Είναι σε αναμονή για καθετηριασμό!’. Τελικά, με τη βοήθεια του γιου, βρήκα τη θεία. Όμως είχα την έγνοια του αδερφού. Έστειλα τότε επιστολή στο υπουργείο Υγείας να του δώσουν προτεραιότητα για καθετηριασμό. Μου απάντησαν αμέσως, και διευθετήθηκε έτσι, ώστε όταν γίνει η κηδεία, να έχει κάνει καθετηριασμό και να αντέξει το σοκ.»

Οι άνθρωποι πίσω από την ταυτοποίηση
Οι ανευρέσεις οστών ξεκινούν από πληροφορίες που δίνουν πολίτες, και στις δύο κοινότητες, για τους τόπους ταφής ενός ή και περισσότερων αγνοουμένων και πεσόντων. Αφού αξιολογηθεί η πληροφορία, στέλνεται επιτόπου κάποιο από τα αρχαιολογικά συνεργεία της ΔΕΑ -μεικτά από Ε/Κ και Τ/Κ ανεξαρτήτως σε ποια περιοχή βρίσκονται- και ξεκινούν εκσκαφές.

Ψάχνουν οπουδήποτε, με εκσκαφείς κι έπειτα με μυστρί, βούρτσα, κόσκινο, μέχρι να βρουν οποιοδήποτε ανθρώπινο οστό. Συχνά οι αποστολές τους είναι δύσκολες, πρέπει να σκάψουν σε μεγάλο βάθος ή σε πηγάδια, όπου εκτός από την υγρασία, έχουν να αντιμετωπίσουν και τα αδρανή υλικά που ρίχτηκαν για να μπαζώσουν το πηγάδι. Κάποτε οι έρευνες ευδοκιμούν και ανευρίσκονται οστά, άλλοτε όχι, απογοητεύοντας τους αρχαιολόγους.

«Μέχρι τώρα τα πράματα είναι καλύτερα από ό,τι θα είναι στο μέλλον. Βρίσκουμε ολόκληρους σκελετούς. Ένας αριθμός τους είναι χωρίς κρανία, ή μόνο χέρια ή πόδια. Οι αριθμοί αυτοί αναμένεται να αυξηθούν, διότι κάνουμε τώρα εκταφές από οστά που τα μετέφεραν σε άλλο χρόνο. Υπάρχει κι ένα θέμα με τα κρανία, κάποια περίοδο στα κατεχόμενα κρατήθηκαν για γιατρούς ή τα πήραν ως λάφυρα στρατιώτες», σημειώνει ο κ. Γεωργιάδης.

Έρευνες σε εξέλιξη
Αυτή τη στιγμή τα συνεργεία ερευνούν στο Συγχαρί, στην Αφάνεια, στο Δίκωμο, στη Μια Μηλιά και στην Περιστερώνα και σε πηγάδια στον Παρισσινό. Σε ένα από αυτά συναντήσαμε την ομάδα του Γιώργου Χατζηθωμά, ένα καυτό μεσημέρι, την ώρα που έφταναν στον πάτο ενός μεγάλου πηγαδιού, διαπιστώνοντας ότι η πληροφορία ήταν εσφαλμένη και δεν υπήρχαν οστά. «Πέφτει το ηθικό μας όταν δεν βρίσκουμε κάτι. Όμως άλλες φορές, εκεί που σκάβουμε, έρχεται κόσμος πολύς και μας λέει ιστορίες, τι έγινε εκεί ή που αλλού έθαψαν κόσμο. Κάποιες φορές μας μιλάνε οι ίδιοι οι θύτες, μαθαίνεις να το καταλαβαίνεις από τον τρόπο τους», δηλώνει ο Γιώργος Χατζηθωμά. Ωστόσο, πώς νιώθουν κάθε φορά που βρίσκουν οστά, τόσες ανευρέσεις μετά;

«Είτε Τουρκοκύπριος είναι ή Ελληνοκύπριος, είναι το ίδιο, βάζεις τον εαυτό σου στη θέση τους και αποφασίζεις ότι δεν θες να ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Αν δεις μωρό, γυναίκα, ηλικιωμένο, τρύπες στο σώμα, κακοποίηση, είναι διαφορετικό, λυγίζεις», προσθέτει. «Σκέφτεσαι πώς σκοτώθηκε αυτός ο άνθρωπος. Κάποιοι άνθρωποι βρίσκονται μάλιστα εκεί ακριβώς όπου δολοφονήθηκαν. Θέλουμε να τους βρούμε όλους, διότι υπάρχουν οικογένειες που τους περιμένουν», σημείωσε ο Χασάν Ντογάν από την Αμμόχωστο. «Θέλεις να μάθεις στα αλήθεια πώς σκέφτομαι;», ρωτάει ο Στέλιος Μανώλης. «Δεν εξοικειώνεσαι ποτέ με τη θέα του σκελετού. Όπως αν πας σε κηδεία, υπάρχει περίπτωση να γελάσεις; Σκέφτομαι τις τελευταίες του στιγμές, την ανακούφιση της οικογένειας, κι ότι δεν πρέπει να ξαναγίνει αυτό το κακό. Όταν είμαστε μεταξύ μας, συζητάμε ότι πρέπει να τους βγάλουμε γιατί τους περιμένουν. Μετά ο καθένας σκέφτεται αλλιώς».

Οι ανθρωπολόγοι
Αφού βρεθούν τα οστά και συλλεχθούν με προσοχή, μέχρι και το πιο μικρό από αυτά, μεταφέρονται στο ανθρωπολογικό εργαστήριο της ΔΕΑ, στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Εκεί, εργάζονται σε δύο ομάδες – μία για την αρχική ανάλυση και μία για την ολοκλήρωση της ταυτοποίησης των οστών, μετά και τις εξετάσεις DNA. Σε πρώτο στάδιο, οι ανθρωπολόγοι, μια μεικτή επίσης ομάδα, προσπαθεί να ομαδοποιήσει τα οστά, ανά άτομο. Το έργο τους δεν είναι εύκολο – τα οστά τις περισσότερες φορές είναι σπασμένα, θρυμματισμένα, μισός ή ολόκληρος σκελετός, μπερδεμένα μεταξύ τους οστά πολλών ανθρώπων και κάποτε καμένα. Βρίσκουν δόντια και μασέλες, ρούχα και προσωπικά αντικείμενα. Προσπαθούν τότε να εντοπίσουν τις συνδέσεις των οστών, ποια ανήκουν σε ποιον, και αφού ομαδοποιηθούν τα δεδομένα, φτιάχνουν ένα βιολογικό προφίλ του ατόμου, με το φύλο, την ηλικία, το ύψος, τα χαρακτηριστικά της οδοντοστοιχίας του, τις παθολογίες και τα τραύματα που είχε εν ζωή, τα τραύματα θανάτου και τα προσωπικά του αντικείμενα.

Στην επίσκεψή μας στο εργαστήριο, η υπεύθυνη του εργαστηρίου, Πόπη Χρυσοστόμου, μου δείχνει ένα μηριαίο οστό. Ανήκει σε έναν νεαρό, 16-17 ετών, ο μικρότερος που βρέθηκε στον συγκεκριμένο ομαδικό τάφο. «Οι επιφύσεις του (σ.σ.: τα δύο ογκώδη άκρα του οστού) δεν ήταν έτοιμες, όπως θα ήταν σε έναν ενήλικο», εξηγεί, πράγμα που οδηγεί στην ηλικία. «Τις περισσότερες φορές οι συγγενείς, αντικρίζοντας τα οστά δεν ρωτούν πολλά, παρά μόνον πώς πέθαναν και αν υπέφεραν. Όμως δεν γνωρίζουμε την αιτία θανάτου, διότι δεν βρίσκουμε ιστούς στο σώμα. Ξέρουμε μόνο τις συνθήκες», αναφέρει η έτερη υπεύθυνη του εργαστηρίου, Ιστέντς Ενγκίν. «Συνηθίζεις τη θέα των οστών, όμως δεν μπορείς να αποστασιοποιηθείς εντελώς. Στα πρώτα στάδια ναι. Στο τελικό στάδιο, όμως, όταν γνωρίζεις και την οικογένεια, αλλάζει εντελώς. Αποκτά όνομα, ζωή. Συνήθως πηγαίνουμε και στις κηδείες, όχι από καθήκον, αλλά από προσωπική μας επιθυμία», προσθέτει η κ. Χρυσοστόμου.

To DNA
Αφού ομαδοποιηθούν τα οστά, οι ανθρωπολόγοι συλλέγουν κάποια δείγματά τους και τα στέλνουν στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής. Για την περίπτωση των 39 αγνοούμενων που βρέθηκαν θαμμένοι κοντά στον Γ.Σ. Πράξανδρος Κερύνειας δόθηκαν για ανάλυση 175 οστά.

«Είναι ένα πολύ λεπτό σημείο, όταν ακριβώς οι συνάδελφοί μου και εγώ αγγίζουμε αυτά τα οστά και είμαστε οι τελευταίοι στην αλυσίδα πριν δοθεί ένα όνομα», αναφέρει ο διευθυντής του εργαστηρίου, Μάριος Καριόλου. Το εργαστήριο εργάζεται ανεξάρτητα από τα στοιχεία των ανθρωπολόγων, προσπαθώντας αρχικά να ταυτοποιήσει τα δοθέντα οστά μεταξύ τους και έπειτα, να τα συνδέσει, ανά άτομο, με κάποιο από τα 6.000-7.000 δείγματα που έχουν συγκεντρωθεί από συγγενείς Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων και πεσόντων. Τα δείγματα λήφθηκαν παλαιότερα είτε από αίμα ή από τη στοματική κοιλότητα των συγγενών, οι οποίοι, στην ιδανική περίπτωση ήταν ο πατέρας και η μητέρα του αγνοούμενου. Αν λείπει κάποιος, συλλέγουν δείγματα άλλους συγγενείς, αδέλφια, ξαδέρφια, παιδιά κ.ά., αφού για κάθε αγνοούμενο έχει φτιαχτεί το οικογενειακό του δέντρο.

Ένα δείγμα ίσως χρειαστεί και έναν ή δύο μήνες για να ταυτοποιηθεί, αναλόγως της ποιότητας του γενετικού υλικού. Ο χρόνος ίσως μοιάζει πολύς, ωστόσο, θεωρείται απολύτως αναγκαίος, ώστε να διασφαλιστεί το ορθόν της διαδικασίας. «Η ποιότητα της διεργασίας δεν μπορεί να μειωθεί χάριν του χρόνου», σχολιάζει ο κ. Καριόλου. Όταν ολοκληρωθούν οι εξετάσεις DNA, δίνουν ένα προφίλ στα οστά, ταυτοποιώντας τα με κάποιον αγνοούμενο. Τα αποτελέσματά τους θα συγκριθούν στη συνέχεια με αυτά των ανθρωπολόγων (φύλο, ηλικία, τόπος εξαφάνισης, ιστορικό οικογένειας κτλ.), και, εφόσον ταυτίζονται, η αναγνώριση εγκρίνεται και προχωρούν στην ενημέρωση της οικογένειας. Στις λίγες φορές που τα αποτελέσματα δεν ταυτιστούν, οι εργαστηριακοί έλεγχοι επαναλαμβάνονται.

Αίνιγμα τα στρατόπεδα
Σύμφωνα με τον τελευταίο απολογισμό της, στις 31/5/2010, η ΔΕΑ έχει μέχρι στιγμής ταυτοποιήσει τα οστά 184 Ελληνοκυπρίων και 51 Τουρκοκυπρίων. Έχουν ανασκαφεί 663 χώροι, από τους οποίους στους 218 δεν ανευρέθηκαν ανθρώπινα οστά. Στο ΙΝΓΚ μεταφέρθηκαν 1.223 δείγματα οστών και έγιναν 1.180 αναλύσεις DNA. Η Επιτροπή χρηματοδοτείται κυρίως από την κυπριακή κυβέρνηση, ενώ μικρότερες εισφορές προέρχονται από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, την ΕΕ, την Τουρκία, την Ελλάδα και άλλες χώρες (Ισπανία, Ιρλανδία, Αγγλία, Βέλγιο, Γερμανία, Αυστραλία), ενώ τα ΗΕ καλύπτουν τα έξοδα υπηρεσιών των δικών τους λειτουργών. Μεγάλο ερώτημα για το μέλλον της ΔΕΑ αποτελούν τα στρατόπεδα στις κατεχόμενες περιοχές, όπου υπάρχουν πολλές πληροφορίες για τάφους αγνοουμένων. Αρχικά υπήρχε η εντύπωση ότι δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν εκταφές κοντά ή μέσα σε στρατόπεδα, ωστόσο το καθεστώς αυτό σταδιακά αλλάζει και εκταφές γίνονται πλέον δίπλα σε στρατόπεδα, δίχως ακόμη να υπάρχουν εντυπωσιακά ευρήματα. «Αν τα πράγματα μείνουν ως έχουν και έχουμε θετικότερες εξελίξεις στις στρατιωτικές ζώνες, θα μπορέσει σε 3-4 χρόνια να γίνει το μεγαλύτερο μέρος των έργων. Ίσως βρεθούν και περισσότεροι από τους μισούς», αναφέρει ο κ. Γεωργιάδης.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 18/07/2010
20100718_missings_1 (pdf)
20100718_missings2

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s