Για να κλείσει η μεγάλη πληγή

Τιμήθηκαν στην Κοντέα όσοι βοήθησαν να βρεθούν αγνοούμενοι

Σε μια συγκινητική δικοινοτική εκδήλωση στο Πάρκο της Ειρήνης εκατοντάδες Κύπριοι τίμησαν τα θύματα του πολέμου κι έστειλαν μήνυμα να επουλωθεί η πληγή των αγνοουμένων

Είτε πρόκειται για «kayιplar» ή για αγνοούμενους, ο πόνος που προκαλεί σε μια οικογένεια η εξαφάνιση ενός ή και περισσότερων προσώπων είναι πάντα ο ίδιος. Αυτή ήταν η μόνη μου καθαρή σκέψη το βράδυ της Πέμπτης, όταν έβλεπα δίπλα μου μια μεσήλικη Τουρκοκύπρια να σφουγγίζει τα δάκρυά της, στη δικοινοτική εκδήλωση στην Κοντέα, προς τιμήν όσων βοήθησαν να εντοπιστούν οστά αγνοουμένων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Ξεκινώντας για την Κοντέα, λίγο πριν το οδόφραγμα, στον ‘Αγιο Δομέτιο, παρατηρούσα μια πινακίδα που έγραφε «αφιερωμένη στους αγνοούμενους. Σας περιμένουμε και θα γυρίσετε!». Ευσεβής πόθος ή φρούδες ελπίδες; Δεν είναι δουλειά μου να πω αν θα γυρίσουν, ούτε καν δικαιούμαι να το πω, αλλά να, έκανε μεγάλη αντίθεση με την εκδήλωση που ακολούθησε, λίγα χιλιόμετρα πιο κει, στην κοιλάδα της «Μεσαρκάς», που, μα τω Θεώ, εκείνη η θέα του κάμπου, ιουλιανό σούρουπο καθώς ήταν, υπήρξε από τα ομορφότερα πράγματα που είδα στη ζωή μου. «Αρχίζουν τώρα εκταφές κι εκεί. Ελπίζουμε να βρεθεί και ο γιος σας», είπε η Σεβγκιούλ Ουλουντάγσε έναν άντρα που ο γιος του αγνοείται στο Συγχαρί και που ο ίδιος έδωσε πληροφορίες να βρεθούν άλλοι αγνοούμενοι, της «άλλης πλευράς». Λοιπόν, πότε ακριβώς σταματά η ελπίδα για επιστροφή; Και πώς μετριέται το μέγεθος της ψυχής ενός ανθρώπου που, έχοντας συγγενείς αγνοούμενους, βοήθησε τα μέγιστα για να βρεθούν άλλοι, και τώρα περιμένει απλώς να έρθει η σειρά να πάρει κι αυτός τα μαντάτα; Αναρωτιόμουν πόσους ανθρώπους μπορεί ακόμα να αντέξει να κρύψει η κυπριακή γη. Πόσα εγκλήματα, πόσο μίσος και πόσο άδικο. Πρώτη φορά βρέθηκα σ΄ αυτά τα χωριά, Αφάνεια, ‘Ασσια, Βατυλή, Λύση, Κοντέα και το βάρος των αφηγήσεων, των φονικών και των εκατοντάδων αγνοουμένων, έκανε σχεδόν τα χέρια μου στο τιμόνι να τρέμουν. Κι όχι μονομερώς. Λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω ήταν ο Σανταλάρης, η Μάραθα και η Αλόα, των δεκάδων Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων, και πίσω στη Λευκωσία, όχι πολύ μακριά από το δικό μου σπίτι, κάποιοι Ελληνοκύπριοι βοήθησαν για να βρεθούν αγνοούμενοι σε ένα πηγάδι στον Παρισινό.

Το Πάρκο της Ειρήνης
Πίσω στην Κοντέα, οι σημερινοί ντόπιοι, Τουρκοκύπριοι από τα Πλατανίσκεια και τον ‘Αγιο Θωμά της Λεμεσού, ήταν φιλικοί και με σπαστά ελληνικά, τουρκικά και αγγλικά μού έδειξαν το δρόμο για το Πάρκο της Ειρήνης, όπου θα λάμβανε χώρα η εκδήλωση. Ένα πάρκο στο τέρμα του χωριού δεξιά, «στο πρώτο δρομάκι με άσφαλτο», όπως μου περιέγραψε ένας γηραιός Τουρκοκύπριος και όπως μου τα ΅πε, τα βρήκα. Το Πάρκο της Ειρήνης φτιάχτηκε σε μια έκταση με παλιές χαρουπιές που φυτεύτηκαν από το ΄65, αφέθηκαν μετά το ΄74 κι έγιναν βοσκότοπος, κι οι πρόσφυγες Κοντεάτες που επέστρεψαν ως επισκέπτες στο χωριό σκέφτηκαν να τις συντηρήσουν, φτιάχνοντας εκεί ένα πάρκο. Ο χώρος υπάρχει ήδη και φιλοξενεί εκδηλώσεις και πικνίκ και οι κάτοικοι του χωριού, παλιοί και νέοι, Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι, συνεργάζονται τώρα για να συντηρήσουν τα υπόλοιπα μνημεία της Κοντέας, τους περίφημους «ηλιακούς», την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπου και τα φράγκικα κτήρια, με χρηματοδότηση του UNDP.

Παιδιά αυτής της γης
Το βράδυ της Πέμπτης το πάρκο είχε γεμίσει από επισκέπτες, δεν ξεχώριζες ποιος ερχόταν από ποια κοινότητα. Παλιοί κάτοικοι του χωριού, μα και νέοι, κι από άλλα χωριά, κι απ΄ τη Λευκωσία ή την Κώμη Κεπήρ και αλλού, είχαν γεμίσει τα καθίσματα και στέκονταν και όρθιοι γύρω από τη σκηνή που είχε στηθεί πρόχειρα για τη χορωδία και τις βραβεύσεις. «Η παρουσία σας εδώ είναι μια τιμή στην ειρήνη. Ας δουλέψουμε μαζί για να κάνουμε τη χώρα μας έναν τόπο ειρήνης», ανέφερε ο πρόεδρος του Ιδρύματος Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Κοντέας, Χαράλαμπος Περικλέους. «Μοιρασμένοι έχουμε υποφέρει. Μαζί μπορούμε να χτίσουμε ένα κοινό ειρηνικό μέρος», σημείωσε η διοργανώτρια Γεωργούλα Ζήνωνος, για να πάρει το λόγο η δημοσιογράφος Σεβγκιούλ Ουλουντάγ, που με τις πολύχρονες έρευνές της έχει και η ίδια βοηθήσει πολύ στην ανεύρεση οστών αγνοουμένων. Η βράβευση, ανέφερε, αφορούσε δεκαεννιά Κυπρίους που βοήθησαν να βρεθούν τάφοι αγνοούμενων, από το 1963 ως το 1974, με την ελπίδα το παράδειγμά τους να εμπνεύσει και άλλους ανθρώπους που έχουν πληροφορίες να μιλήσουν χωρίς φόβο.
Οι βραβευθέντες -δύο από τους οποίους επέλεξαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους και δεν παρέστησαν-, κυρίως μεσήλικοι, λίγοι ηλικιωμένοι και λίγοι νεότεροι, έδωσαν πληροφορίες για να βρεθούν αγνοούμενοι στην Κώμη Κεπήρ, την Κοντέα, τη Σίντα, τα Κνώδαρα, τη Λάρνακα, την Πάφο, το Τρίκωμο, την Αρετζού, το Κιόνελι, τη Γιαλούσα κ.α. και όσοι απηύθυναν χαιρετισμό στην εκδήλωση, μετέδωσαν μηνύματα ειρήνης, συναδέλφωσης και τερματισμού των πολύχρονων εχθροπραξιών. «Στην πατρίδα μας ζουν άνθρωποι εδώ και περίπου 10.000 χρόνια. Είμαστε παιδιά αυτών των ανθρώπων. Οι αγνοούμενοι είναι το μεγαλύτερο τραύμα στην πολύχρονη ιστορία της Κύπρου κι αυτή η πληγή είναι ακόμα ανοιχτή. Θέλω να στείλω μήνυμα σε αυτούς που ζουν και ξέρουν πληροφορίες για τους αγνοούμενους: Στο τέλος όλοι είμαστε παιδιά αυτής της γης. Και στο τέλος όλοι μας θα κοιμηθούμε κάτω από αυτή τη γη. Αν θέλουμε να είμαστε ήρεμοι εκείνη τη μέρα, να αναπαυθούμε ειρηνικά, πρέπει να το κάνουμε αυτό», δήλωσε ο Μουσταφά Γκιουρσέλ.

Οικογένεια με 12 αγνοούμενους
Ακολούθησε η Χριστίνα Παύλου Σολωμή, της οποίας ο πατέρας και ο αδερφός είναι αγνοούμενοι από την Κώμη Κεπήρ. «Ποτέ δεν άφησε να γεμίσει μίσος η καρδιά της. Ο πόνος της δεν ήταν μόνο για την Καρπασία και την οικογένειά της, μας βοήθησε πάρα πολύ και για τους Τουρκοκύπριους αγνοούμενους από την Κοντέα, τη Σίντα και τα Κνώδαρα», ανέφερε για αυτήν η Σεβγκιούλ Ουλουντάγ. Κι η Γκιουνάι Ντεβετζίογλου, που βοήθησε να εντοπιστούν οι έντεκα Τουρκοκύπριοι που επέβαιναν στο λεωφορείο που εξαφανίστηκε το 1964 στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας ή ο Ξενοφών Δημητρίου, ο οποίος υπέδειξε πηγάδι στο Τρίκωμο όπου βρέθηκαν δύο Τουρκοκύπριοι αγνοούμενοι, ενώ ο δικός του γιος αγνοείται στο Συγχαρί. Σε αρκετές περιπτώσεις, όσοι βοήθησαν είχαν οι ίδιοι αγνοούμενους συγγενείς, όπως ο Ανδρέας Σύζινος, ο πατέρας του οποίου βρέθηκε σε ένα πηγάδι στο Τζιάος, ο Αλί Εσενταγλί, δώδεκα συγγενείς του οποίου βρέθηκαν στο Πετροφάνι, και η Μαρία Γεωργιάδου της οποίας οι γονείς και η αδερφή ακόμα αγνοούνται. «Έκαναν ό,τι μπορούσαν για να βρούμε τους άλλους αγνοούμενους. Με βοήθησαν στην επικοινωνία, τη μετάφραση, τις έρευνε. Είναι τα πόδια μου και τα χέρια μου», είπε για αυτούς η Σεβγκιούλ. Σε άλλες περιπτώσεις, κάποιοι συνεργάστηκαν με συγγενείς αγνοούμενων, όπως ο Ανδρέας Κωνσταντίνου, από το Τσέρι, ο οποίος βοήθησε να βρεθεί πηγάδι όπου εντοπίστηκαν τα οστά τεσσάρων Τουρκοκυπρίων που αγνοούνταν από το 1964, λίγο προτού αρχίσουν εργασίες στην περιοχή για την κατασκευή οδοστρώματος. «Το ένστικτό μου ήθελε να βοηθήσω όσο μπορώ. Βοήθησε κι ένας συγχωριανός μου που είχε αγνοούμενο γιο. Μου έλεγε αυτός «Εκτός που τόσα τραβώ κάθε μέρα, τη νύχτα η γυναίκα μου μού έλεγε οποιαδήποτε ώρα, μια, δυο, τρεις, Σταύρο, κατέβα άνοιξε την πόρτα να μπει ο γιος μου. Μα ξέρεις τι μαρτύριο τράβαγα κάθε νύχτα;». Για αυτό θέλω να βοηθήσω», δήλωσε. Συνολικά, στην εκδήλωση τιμήθηκαν για την αρωγή τους στις προσπάθειες ανεύρεσης αγνοούμενων οι εξής: Ερτάν Ναμικεμάλογλου, Δημήτρης Χατζηπέτρου, Τάκης Χατζηγεωργίου, Αρτέμης Πούλλος, Σαβάς Καγιασάλ, Μουσταφά Γκιουρσέλ, Χριστίνα Παύλου Σολωμή, Κυριάκος Ανδρέου, Χουσεΐν Λατίφ Αμερικαλί, Γκιουνάι Ντεβετζίογλου, Ξενοφών Δημητρίου, Χασμέτ Οζμούσα, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αλί Μπαϊρακτάρ, Ανδρέας Σύζινος, Αλί Εσενταγλί, Μαρία Γεωργιάδου και δύο ανώνυμοι Τουρκοκύπριοι.

Συγκίνηση προκάλεσε η βράβευση του ηλικιωμένου Δημήτρη Χατζηπέτρου από τη Γιαλούσα, ο οποίος βοήθησε να βρεθούν δύο Τουρκοκύπριοι στο χωριό του. Ο ίδιος έχει συγγενείς αγνοούμενους, οι οποίοι ευελπιστεί σύντομα να βρεθούν. «Έχω ένα πολύ μεγάλο παράπονο», είπε, «διότι η υπόσχεση ήταν να τους δείξω τον τάφο και σε ανταπόδωση να μου δείξουν τον τάφο του γαμπρού μου, του πρώτου μου ξαδέρφου και του καθηγητή Καουτζάνη. Δυόμισι χρόνια, απάντηση δεν επήρα. Πήγα μαζί με τη Σεβγκιούλ, μαζί με Τούρκους που δεν τους εγνώριζα και τους έδειξα τον τάφο. Κι άμα τους έδειξα, έπιασε κάποιος τηλέφωνο και μου είπε «ευχαριστούμε κύριε Δημήτρη, ήβραμεν τους δικούς μας, να προσπαθήσουμε κι εμείς για τους δικούς σας. Ξέρεις, εμείς τα αδέρφια ξέρουμε ότι ένεν εσύ που σκότωσες. Όποιου Τούρκου να το πούμε όμως, λέει ότι εσύ τους σκότωσες. Έξι μήνες άρρωστος έκαμα. Δόξα σοι ο Θεός. Αν έκαμνα, θα ΅βρισκα. Εγώ, μήτε ζωντανούς τους ξέρω, μήτε σκοτωμένους τους είδα. Κατά λάθος άκουσα κάποιον που ήταν μαζί τους, έναν Καλαμαρά αξιωματικό που ήταν ταγματάρχης και μόλις έφυγε από την Κύπρο έγινε συνταγματάρχης, να λέει ‘εδώ θάψαμε τους Τουρκαλάδες΄».

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 24/7/2010

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s