Το τραύμα περνά από γενιά σε γενιά

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Ελληνοκύπρια Christy Lefteri, συγγραφέας του βιβλίου «Οχτώ ημέρες και μια Κυριακή», μιλά στο «Π» για το βιβλίο της, το οποίο δεν είναι «ένα ακόμη βιβλίο για τον πόλεμο στην Κύπρο»

Συνέντευξη στη Χρύστα Ντζάνη*

Ελκυστικό. Αυτή είναι η λέξη [ίσως ακόμη πιο ιδανικά το αγγλικό «attractive»] με την οποία θα περιέγραφα καλύτερα το βιβλίο«Οχτώ ημέρες και μια Κυριακή» της Ελληνοκύπριας Christy Lefteri, που παρουσιάστηκε πριν από λίγες μέρες σε Λεμεσό, Λάρνακα και Λευκωσία από τη συγγραφέα και τις εκδόσεις Διόπτρα.
Όχι από εκείνα τα βιβλία που αλλάζουν τον κόσμο, αλλά από κείνα που, παρά τις όποιες αμφιβολίες, μπορεί να γεννά ο αφηρημένος τίτλος και το θέμα [«ακόμα μια ιστορία για τον πόλεμο στην Κύπρο;», θα σκεφτείς, διαβάζοντας το οπισθόφυλλο], θα σε βυθίζουν σαδιστικά, θαρρείς, στις σελίδες τους, καθώς η πλοκή θα βαθαίνει και οι ανατροπές θα διαδέχονται η μια την άλλη. Και τελικά, το «Οχτώ ημέρες και μια Κυριακή» [το οποίο ήταν υποψήφιο για το βραβείο καλύτερου βιβλίου της χρονιάς στο Εδιμβούργο] δεν είναι σίγουρα ένα ακόμη βιβλίο για την Κύπρο, αλλά ένα μυθιστόρημα που, μέσα από την πλοκή του και τις αναφορές της συγγραφέως στην ιστορία της Κύπρου -για τις οποίες χρειάστηκε να μελετήσει για μήνες και να μετακομίσει μάλιστα για λίγο στο νησί από το Λονδίνο, όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει- θα ερεθίσει τις ευαίσθητες χορδές του αναγνώστη για την Ιστορία, την καταγωγή και την κυρίαρχη συμπεριφορά ενός λαού απέναντι στα στερεότυπα.
Συνάντησα τη συγγραφέα ένα μεσημέρι στο ξενοδοχείο όπου διέμενε, στη Λευκωσία. Μιλήσαμε 10 λεπτά με το μαγνητόφωνο ανοιχτό και άλλα πενήντα «off the record». Για τους Κύπριους στο Λονδίνο και τις ιστορίες τους με τις οποίες μεγάλωσε, για τον τρόπο που οι αφηγήσεις και τα τραύματα των ανθρώπων επηρεάζουν τους απογόνους τους, για την Κύπρο του ’50 που ερωτεύτηκε ο Σεφέρης και ο Λόρενς Ντάρελ, και που μάταια την αναζητούμε όσοι «απόδημοι» αγαπήσαμε εκείνη την εικόνα μέσα από τις «σέπια» αφηγήσεις των γιαγιάδων μας.

Είστε Κύπρια της Αγγλίας και στο βιβλίο «προδίδετε» τις καταβολές σας. Ποια είναι η ιστορία σας;
Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες και γνωρίστηκαν στο Λονδίνο. Ο πατέρας μου ήταν από το Βαρώσι και η μητέρα μου από ένα πολύ μικρό χωριό που λέγεται Λάπαθος, στην Αμμόχωστο. Ακούγεται σαν τη Λάπηθο [σ.σ. κοντά στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία], αλλά είναι Λάπαθος. Ήρθαν στην Αγγλία το 1974 κι εγώ γεννήθηκα το 1980. Άρα, γεννήθηκα λίγα χρόνια μετά, την εποχή που προσπαθούσαν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Έτσι, νομίζω πως η εισβολή επηρέασε τη ζωή μου – ξέρω πως ήταν λίγο αργότερα, όμως επηρέασε τη ζωή μου, διότι, ξέρεις, όταν ζεις τέτοιο δράμα, δεν περνά σε έξι χρόνια, παίρνει παραπάνω χρόνο. Όταν οι γονείς μου ήρθαν, το κίνητρό τους ήταν να φτιάξουν μια καινούρια ζωή, να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, γιατί αυτό έπρεπε να κάνουν, το ένστικτο της επιβίωσης. Και νομίζω πως ένα μέρος του πόνου μπήκε κάτω από το χαλί και επέζησε διαφορετικά.

Στον επίλογο του βιβλίου αναφέρετε ότι μεγαλώσατε με αυτές τις ιστορίες της Κύπρου. Είναι μ’ αυτό το υλικό που το γράψατε;
Σίγουρα κάποιο από αυτό. Διότι η γιαγιά μου κι ο παππούς μου μού έλεγαν ιστορίες της Κύπρου, ιστορίες πριν από τον πόλεμο – άρα είχα μια εικόνα. Και συνήθιζα να έρχομαι διακοπές εδώ. Τότε έβλεπα μια Κύπρο διαφορετική από αυτήν που μου περιέγραφαν, πολύ διαφορετική. Ξέρεις, είχα μια εικόνα στο μυαλό με τις γυναίκες στα χωράφια, να φτιάχνουν ψωμί στον φούρνο… Ήταν μια πολύ διαφορετική Κύπρος. Αυτές οι ιστορίες έμειναν μαζί μου, αν και ήταν υπό το πρίσμα του πολέμου και του πώς άφησαν τα πάντα πίσω τους. Όταν αποφάσισα να κάνω έρευνα και πήρα συνέντευξη από πολλούς ανθρώπους, στο Λονδίνο και στην Κύπρο -όπου ήρθα να ζήσω για τρεις μέρες για να κάνω έρευνα-, παρόλο που έγραψα μυθιστόρημα, ήταν τα δικά τους συναισθήματα και οι δικές τους ιστορίες που καθοδήγησαν τη γραφή μου.

Διαβάζοντας κάποιος το εξώφυλλο του βιβλίου μπορεί να σκεφτεί ότι πρόκειται για άλλη μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε έναν Τούρκο και μια Ελληνίδα ή άλλη μια ιστορία για τον πόλεμο στην Κύπρο. Τι πιστεύετε ότι κάνει το βιβλίο σας μοναδικό;
Νομίζω πως υπάρχουν κάποια πράματα που κάνουν αυτό το βιβλίο διαφορετικό. Το ένα είναι ότι η ιστορία εδώ είναι από διαφορετική πλευρά, είναι από την πλευρά ενός Τούρκου στρατιώτη, από την πλευρά του Άγγλου, ο οποίος ενώ είναι στο Λονδίνο, μαθαίνει για την εισβολή, και βλέπουμε τις αντιδράσεις του στον πόλεμο. Και είναι από την πλευρά μιας γυναίκας, η οποία δεν είναι μια φυσιολογική Ελληνοκύπρια γυναίκα, είναι μια απόκληρη, που μισιέται από τους ίδιους τους δικούς της ανθρώπους, γιατί τους θυμίζει τους Άγγλους και τους Τούρκους. Όμως νομίζω πως αυτό που κάνει αυτό το βιβλίο διαφορετικό, είναι πως παρόλο που αφορά αυτόν τον πόλεμο, δεν είναι απλώς για αυτόν τον πόλεμο, αλλά για τον καθένα που έχασε κάποιον που αγαπά. Και είναι ακόμη για την ελπίδα, είναι την ειρήνη, αλλά κυρίως, και αυτό είναι το κύριο μήνυμά μου στο βιβλίο, είναι για το πώς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ενώνονται στην ίδιά μας τη ζωή. Διότι στο πρόσωπο του δράματος και στο πρόσωπο του θανάτου οι χαρακτήρες πρέπει να αντιμετωπίσουν το παρελθόν τους. Και γίνονται έτσι πιο γενναίοι, αφού αντιμετωπίσουν το παρελθόν τους, ώστε να προχωρήσουν τις ζωές τους. Και νομίζω ότι κι εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε απλώς εδώ τώρα, είμαστε το παρελθόν και το μέλλον.

Ακόμα και το παρελθόν άλλων ανθρώπων;
Σίγουρα ναι. Έχω σπουδάσει και ψυχανάλυση και με ενδιαφέρει πολύ το πώς ένα πράμα μπορεί να περάσει από γενιά σε γενιά, πώς ο πόνος μπορεί να περάσει από γενιά σε γενιά και πώς το παρελθόν μας καθορίζει, μας κάνει αυτούς που είμαστε. Ακόμη και πράματα που δεν θυμόμαστε και πράματα που ίσως δεν γνωρίζουμε, πώς καθορίζουν τις ζωές μας και πώς έκαναν αυτό που έχουμε γίνει. Το ίδιο και οι χαρακτήρες εδώ, διάλεξα να γράψω για την εισβολή, γιατί βρήκα πολύ ενδιαφέρον το τραύμα, πώς μας δοκιμάζει, πώς μας ωθεί να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου σας μοιάζουν εγκλωβισμένοι στην Ιστορία του νησιού. Πιστεύετε ότι τα ιστορικά γεγονότα καθορίζουν αποφασιστικά τη μοίρα των ανθρώπων;
Ναι, σίγουρα. Στο διδακτορικό μου έγραψα κάτι σχετικά. Ερεύνησα τη δεκαετία του ’50 και τις αντιδράσεις των Κυπρίων στην αποικιοκρατία. Με ενδιέφερε το πώς εκείνη η χρονική περίοδος επηρέασε την περίοδο που ακολούθησε. Και πιστεύω πως είναι πολύ συνδεδεμένες και αλληλένδετες. Είναι αυτό που είπα προηγουμένως – ο πόνος πηγαίνει από γενιά σε γενιά κι αλλάζει πρόσωπο, γίνεται φόβος, μίσος. Η Κύπρος είχε μια τόσο ανασφαλή ταυτότητα ως έθνος, εξαιτίας όλων αυτών των ανθρώπων που εισέβαλαν στο νησί στους αιώνες, το πέρασμα από τους Οθωμανούς στους Άγγλους, τι έγινε στην αίσθηση της ταυτότητας και πώς χρειάζονταν την προστασία από την Ελλάδα. Νομίζω πως όλα αυτά τα πράγματα επηρέασαν τις αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι στους άλλους και η Κοκή ενσαρκώνει όλα αυτά, είναι το πρόσωπο που τους θυμίζει όλη αυτή την ιστορία, όλον αυτό τον κατακερματισμό. Η ιστορία ξεκινά με την εισβολή, η οποία είναι περισσότερο η καταιγίδα στο τέλος-τα σύννεφα που συγκεντρώνονταν για χρόνια και στο τέλος έχεις την καταιγίδα, που είναι η εισβολή.

Οι βασικοί χαρακτήρες του βιβλίου αγνοούν κάποια σημαντικά γεγονότα για την ίδιά τους τη ζωή. Πιστεύετε ότι η γνώση είναι ευλογία ή κατάρα;
Σίγουρα είναι ευλογία. Νομίζω πως κατάρα είναι να μην γνωρίζεις. Συχνά είναι τα πράγματα που δεν ξέρουμε πού καθοδηγούν τη ζωή μας. Όταν γνωρίζουμε, μπορούμε να τα δούμε και μπορούμε να έχουμε περισσότερη δύναμη πάνω στα συναισθήματά μας. Πιστεύω πραγματικά ότι είναι τα πράγματα που δεν γνωρίζουμε που μπορεί να αποβούν επικίνδυνα για τις ζωές μας.

Και τελικά, γιατί γράφετε;
Πάντα μου άρεσε να γράφω. Και στην αρχή το γράψιμο ήταν μόνο για μένα, ξέρεις, όταν ήμουν πολύ μικρή και έγραφα ημερολόγιο, ποιήματα. Όταν ήμουν περίπου δέκα ετών κρατούσα ποιήματα που τα διαβάζω τώρα και γελώ. Ήταν εφηβικά ποιήματα, για τον έρωτα. Αυτό έκανα προηγουμένως. Όταν πήγα στο πανεπιστήμιο έκανα μαθήματα δημιουργικής γραφής. Και σπουδάζοντας Λογοτεχνία έμαθα καλύτερα, γιατί γράφουν οι συγγραφείς, τι μπορεί να κάνει ένας συγγραφέας, πώς μπορεί να «διδάξει» Ιστορία, πώς μπορεί να αγγίξει κάποιον. Ο Άλαν Μπένετ είχε πει ότι ένα καλό βιβλίο μπορεί να είναι σαν ένα χέρι που έρχεται από το παρελθόν και σε αγγίζει. Αυτό νιώθω κι εγώ πολλές φορές όταν διαβάζω και νομίζω πως όταν γράφω, έχω πάντα τον αναγνώστη δίπλα μου και κάτι μέσα μου με κάνει να θέλω να αγγίξω κάποιον με τις λέξεις που χρησιμοποιώ.

Έχετε σκεφτεί το επόμενό σας βιβλίο;
Ναι, αν και είμαι ακόμα στην αρχή. Αυτή τη φορά θα είναι κάτι τελείως διαφορετικό, θα είναι στο Λονδίνο. Όμως θα είναι πάλι για τη σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, για έναν άνδρα που έχει απομονωθεί πολύ στη ζωή του εξαιτίας των καταστάσεων που έχει ζήσει.

*Δημοσιεύτηκε στο ένθετο «Παράθυρο» του «Πολίτη» στις 13/3/2011.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s