Αναμνήσεις απ’ τον Κάμπο του Ομάν

ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΣΤΙΣ ΑΡΑΒΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ

Παιδιά Κυπρίων που εργάζονταν στα εργοτάξια της J&P και ζούσαν στο campus της εταιρείας, συναντήθηκαν 20 χρόνια μετά και θυμήθηκαν ιστορίες του Ομάν, τότε που όλοι ήταν σαν μια οικογένεια

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ*

Κάμπος ήταν η κυπριακή ονομασία του campus που είχε φτιάξει η J&P στο Ομάν, για να στεγάσει τους Κύπριους που εργάζονταν σε εργοτάξια εκεί, στην άκρη της Αραβικής Χερσονήσου, στα δύσκολα χρόνια μετά την εισβολή.
Μια μεγάλη έκταση στην έρημο, δίπλα ακριβώς στη θάλασσα, όπου στεγάστηκαν για 20 χρόνια εκατοντάδες οικογένειες Κυπρίων μαζί με τις πιο όμορφες αναμνήσεις των παιδιών τους. Τα παιδιά, που στο μεταξύ μεγάλωσαν, και τα 62 απ’ αυτά συναντήθηκαν την περασμένη Τετάρτη στη Λευκωσία, για πρώτη φορά μετά την αποφοίτησή τους από το ελληνικό δημοτικό σχολείο της J&P στο Ομάν.

20 χρόνια μετά
Η συνάντηση κανονιζόταν από καιρό μέσω Facebook και οι πρώτοι νοσταλγοί του Κάμπου έφτασαν στο μπαρ με φωτογραφίες από την εποχή του ’70 και του ’80, όταν το μέρος ήταν γεμάτο ζωή. Ο Κάμπος χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν η J&P Oman Co. άρχισε τις πρώτες της δραστηριότητες στη χώρα, σε μια έκταση που είχε νοικιάσει από τον ανιψιό του σουλτάνου του Ομάν, τον Φάχετ. Ο οικισμός αποτελούνταν από λυόμενα σπίτια, χτισμένα για να στεγάσουν τους άνδρες, αρχικά, που εργάζονταν στα εργοτάξια της J&P και της A&P, οι οποίες κατασκεύαζαν τότε το αεροδρόμιο, δρόμους, ξενοδοχεία κ.ά.. Μετά την εισβολή, αυξήθηκε κατά πολύ ο αριθμός των κατοίκων και των οικογενειών που στεγάζονταν εκεί και εργάζονταν στο Ομάν. Περιμετρικά, ο Κάμπος ήταν περιφραγμένος και φρουρούνταν από Ομανούς.

Στο εσωτερικό του, εκτός από τα λυόμενα, είχε λίγο-πολύ τα πάντα: Δύο γήπεδα ποδοσφαίρου, ένα γήπεδο τένις, γήπεδο μπάσκετ, πισίνα, σινεμά, δύο σούπερ μάρκετ, γραφεία και έναν χώρο εκδηλώσεων, όπου το Πάσχα ερχόταν ιερέας και έκανε τη λειτουργία της Αναστάσεως. «Ό,τι χρειαζόμασταν υπήρχε μέσα στον Κάμπο», μου είπε η Μάχη Σολωμού, η οποία έζησε εκεί απ’ το 1975 ως το ’85, με ένα μικρό διάλειμμα στο Άμπου Ντάμπι, και ήταν αυτή που οργάνωσε τη συνάντηση των παλιών συμμαθητών, που είχαν να βρεθούν, οι περισσότεροι, 20 χρόνια. «Μόνο για ψώνια ή για ξενοδοχείο έπρεπε να βγούμε από τον Κάμπο. Τότε το ξενοδοχείο και το παγοδρόμιο ήταν η μόνη μας έξοδος», θυμάται. Η οικογένειά της έφτασε στο Ομάν το 1976, πρόσφυγες από τη Ζώδια. Ο πατέρας της, λέει, έπρεπε να επιλέξει είτε να μείνει στην Κύπρο και να μην έχει δουλειά ή να πάει στις αραβικές χώρες και να εργαστεί εκεί, και έτσι κατέληξαν στο Ομάν, όπου ο κ. Σολωμού εργαζόταν ως επιμετρητής ποσοτήτων στην J&P.
Στις αρχές του ’80, ο Κάμπος είχε φτάσει να στεγάζει 1200 άτομα, 195 οικογένειες, θυμάται ο Δημήτρης Δημητρίου, ο πατέρας του οποίου εργαζόταν ως σιδηρουργός, πρώτα στη Λιβύη και έπειτα στο Ομάν. Άλλοι Κύπριοι εργάζονταν σε δουλειές εκτός Κάμπου ή ως δάσκαλοι στον οικισμό, όπως ο διευθυντής, ο μακαρίτης Γιώργος Ιωνάς, για τον οποίο όλοι είχαν να πουν τα καλύτερα λόγια. Το σχολείο, δημοτικό μονάχα, λειτουργούσε μέσα στον Κάμπο. Όταν τα παιδιά έπρεπε να πάνε στο γυμνάσιο, η οικογένεια επέλεγε είτε να επιστρέψει στην Κύπρο ή να στείλει το παιδί σε κάποιο από τα ξένα σχολεία του Ομάν, όπως το σχολείο του Σουλτάνου. Στην Κύπρο επέστρεφαν και κάθε καλοκαίρι, απ’ το τέλος του Μάη, όταν έκλειναν τα σχολεία, λόγω της πολύ υψηλής θερμοκρασίας. Ενδιάμεσα, στη διάρκεια του χρόνου, φρόντιζαν να μην ξεχνούν τα έθιμα του νησιού και μάθαιναν παραδοσιακούς χορούς, διοργάνωναν θεατρικές παραστάσεις, τόμπολα κάθε Πέμπτη βράδυ, πριν την αργία της Παρασκευής ή βραδιές με παλιά ελληνικά τραγούδια, με την κιθάρα του κυρ-Τάκη. Η Μάχη θυμάται και τις μέρες που συντονίζονταν με το ΡΙΚ και μαζεύονταν όλοι από πριν να ακούσουν.

Οι σκανδαλιές
«Ήμασταν όλοι μια οικογένεια», λέει ο Δημήτρης κι ο Σάββας Λιασής, που έχει μόλις μπει, συμφωνεί. Ο πατέρας του υπηρετούσε τότε ως πρέσβης και για τα χρόνια που έζησε στο Ομάν, απ’ το 1975 ως το ’86, ο Σάββας έχει να θυμάται τα καλύτερα: «Απ’ τη θερμοκρασία, μόλις έβγαινες απ’ το αεροπλάνο, μέχρι τον ενθουσιασμό μόλις έβλεπες για πρώτη φορά το σήμα της J&P στον δρόμο για την Αζαΐμπα. Στον Κάμπο υπήρχε ένα υπερβολικό αίσθημα κοινότητας και ασφάλειας. Ελάχιστα μέρη δεν μπορούσαμε να ανακαλύψουμε και νομίζω αυτή η αίσθηση ελευθερίας που είχαν τα παιδιά είναι ο λόγος που εκείνο το μέρος είναι τόσο αξέχαστο. Οι δρόμοι ήταν πάντα γεμάτοι παιδιά όλο ζωντάνια, που έπαιζαν κι έκαναν ποδήλατο απ’ το απόγευμα ως το βράδυ. Το ψάρεμα την ημέρα κι οι κάβουρες που μαζεύαμε το βράδυ και τους ψήναμε στην παραλία, γύρω από τη φωτιά. Το περίπτερο που σταματούσαμε για παγωτό, η πισίνα, τα κρυφά ποτά, το σπίτι μου με τον μεγάλο κήπο…», λέει. Τον μεγάλο κήπο του Σάββα τον θυμάται και η Μάχη, τον νόμιζαν για ζωολογικό κήπο, γιατί εκεί μέσα ο Σάββας φύλαγε περιστέρια, κατσικάκια κ.ά.

Θυμάται που ο αδερφός της είχε απελευθερώσει τα περιστέρια ή τότε που ανέβηκε στην σκεπή για να «πετάξει». «Μια φορά πήγαν να κάψουν την κελεμπία ενός Άραβα που προσευχόταν», λέει, κι ο Σάββας θυμάται ότι επιστράτευαν το βυτιοφόρο που πότιζε τους κυκλικούς κόμβους του Κάμπου, προκειμένου να δροσιστούν. «Θυμάστε τη Λίμνη;», είπε ο Δημήτρης, για ένα σημείο στη θάλασσα με παλίρροια, που σχημάτιζε ένα ρυάκι και το νερό κατέληγε σε ένα σημείο που έμοιαζε με λιμνούλα. Σε κάποια εκδρομή, λέει, στη Λίμνη είχαν πάρει σουβλάκια να φάνε. Όμως έμεινε το λεωφορείο από βενζίνη στη μέση της ερήμου και ώσπου να το ανεφοδιάσουν, τα σουβλάκια χάλασαν. Όσοι έφαγαν απ’ αυτά, έπαθαν δηλητηρίαση. Η θερμοκρασία εξάλλου εκεί κυμαινόταν τον χειμώνα στους 15-30 βαθμούς και το καλοκαίρι στους 40-50. Η υγρασία όμως ήταν τόση που ακόμη και τις πιο μικρές αποστάσεις τις έκαναν με όχημα.

Οι σειρήνες
Η Ανθή Καλδέλη, που έζησε στον Κάμπο από το 1978 ως το 1987, συνοψίζει την ομορφιά του τόπου σε αυτό που έλεγε πάντα ο πατέρας της για τις αραβικές χώρες: Πως είναι σαν τις Σειρήνες του Οδυσσέα, που σου φωνάζουν να μείνεις και πρέπει να έχεις κλειστά τα αυτιά σου. Τη φιλοξενία των ντόπιων θυμόταν και η Ξένια Ιωακείμ, η οποία φοιτούσε στο σχολείο της J&P, όμως έμενε έξω από τον Κάμπο από το 1978 ως το ’83. «Οι ντόπιοι ήταν πολύ δεκτικοί σε άλλες κουλτούρες, πολύ φιλόξενοι. Δεν νιώθαμε πολιτιστικό σοκ. Εκεί ήμασταν κάτι παραπάνω από μια κοινότητα σε μια ξένη χώρα. Ήμασταν σαν μια μεγάλη οικογένεια», λέει και θυμάται τους χορούς και τα γλέντια που έκαναν τότε.
Στο μεταξύ καταφθάνουν διαρκώς άλλοι συμμαθητές, κάποιοι γνωρίζονται, οι περισσότεροι δεν αναγνωρίζουν τους ενήλικες, που όταν ήταν παιδιά έπαιζαν μαζί. Γίνονται όμως γρήγορα μια παρέα. Λίγο πριν φύγω, ζητάω από τον Δημήτρη να μου περιγράψει πώς ήταν διαμορφωμένος ο χώρος, περισσότερο για να δω αν στα αλήθεια το θυμάται τόσο καλά, όσο το λέει. Έπιασε την πένα μου κι άρχισε να σχεδιάζει τον Κάμπο, που ήταν σε μέγεθος ίσαμε 50-60 γήπεδα, τη θάλασσα, τα γήπεδα, δεξιά το γήπεδο του ποδοσφαίρου, απέναντι τα σπίτια, τα γραφεία, το σινεμά. Θυμήθηκε τα τουρνουά που έκαναν, τα «χρυσά χρόνια 1974-1990». Ύστερα μειώθηκαν οι δουλειές και η εταιρεία έστελνε τους υπαλλήλους της στο Πακιστάν, στο Κατάρ, στη Σαουδική Αραβία, ώσπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ο Κάμπος έκλεισε οριστικά και το οικόπεδο επιστράφηκε στη βασιλική οικογένεια. Κάποιοι, ανάμεσά τους κι ο Δημήτρης Δημητρίου και ο Σάββας Λιασής, επέστρεψαν τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν βρήκαν παρά ερείπια ή ισοπεδωμένα σπίτια στη θέση του αγαπημένου Κάμπου των παιδικών τους χρόνων.

Μόνο ερείπια έμειναν σήμερα στη θέση που άλλοτε βρισκόταν ο "Κάμπος"

Ο τεράστιος Άι Βασίλης και ο δάσκαλος
Ανάμεσα στην κοινότητα υπήρχαν άτομα που ξεχώριζαν, όπως ο κύριος Τάκης, ένας τύπος ευχάριστος και τεράστιος, ο οποίος ντυνόταν Άγιος Βασίλης τα Χριστούγεννα. Τις υπόλοιπες νύχτες έπαιζε στην κιθάρα του παλιά τραγούδια και μαζεύονταν οι άντρες να τραγουδήσουν και τα αγόρια απέξω να κρυφακούσουν. Η κυρία Νίτσα που τους μάθαινε χορούς και ο δάσκαλος χορού Ανδρέας Πετρίδης, ο γιατρός ο Πάνος και ασφαλώς ο μακαρίτης Γιώργος Ιωνάς, ο διευθυντής του δημοτικού. Όλοι είχαν να λένε για το πόσο καλά είχε οργανώσει το σχολείο και το πώς έφερνε κοντά όλα τα παιδιά, καθώς τα αγκάλιαζε χωρίς να κάνει διακρίσεις. Σε εκείνο το σχολείο έκανε το ντεμπούτο του και ο ακαδημαϊκός σήμερα Πέτρος Πασιαρδής, που πέρασε εκεί τα τρία πιο υπέροχα χρόνια της καριέρας του. «Ήμασταν σαν οικογένεια, το ιδανικό σχολείο, «σχολείο της κοινότητας».

Τα παιδιά σχόλαγαν το απόγευμα, πήγαιναν σπίτι για φαΐ και μετά ήμασταν ξανά μαζί ως αργά, παίζαμε παρέα, πηγαίναμε στην πισίνα. Είναι αυτό που θα θέλαμε και σήμερα να έχουμε στα σχολεία», λέει. Θυμάται ακόμα πως άλλαζαν το πρόγραμμα για να το προσαρμόσουν στα δεδομένα μιας αραβικής χώρας. «Όποτε το μάθημα έλεγε για πορτοκαλεώνες, εμείς μαθαίναμε για την έρημο και την όαση. Όταν είχαμε τις ενδυμασίες, μιλούσαμε για τις κελεμπίες κι όταν ήταν για τα κάστρα, πηγαίναμε στα κάστρα του Ομάν και λέγαμε πως μοιάζουν με το κάστρο της Κερύνειας». Το 1983 τον αντικατέστησε ο Παναγιώτης Κύρου, πρωτοδιόριστος κι αυτός, 23 χρονών τότε. Έχει να λέει για τους εξαιρετικούς μαθητές, που είχαν έφεση στα γράμματα, τους δυναμικούς γονείς και την ατμόσφαιρα που τους ενέπνεε να διαβάζουν και να είναι όλοι μαζί, μια οικογένεια.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 14/1/2012.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s