Η Πάχνα που σβήνει

Λιγοστεύουν οι νέοι που μένουν στο χωριό

Με τους επαγγελματικούς όρους που έχουν μπει σε γεωργία και κτηνοτροφία, η ενασχόληση με τους τομείς αυτούς μειώνεται. Το άλλοτε κραταιό κρασοχώρι της Πάχνας αναζητεί νέους τρόπους να κρατήσει τους νέους

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ*

Οχτακόσιους εξήντα πέντε κατοίκους έδειξε στην Πάχνα η τελευταία απογραφή. Ακριβώς 102 λιγότερους απ΄ όσους είχαν μετρηθεί το 2001 – τότε υπήρχαν και 18 σπίτια παραπάνω. Το άλλοτε μεγαλύτερο αμπελοχώρι της Λεμεσού παλεύει σήμερα να διατηρήσει όχι μόνο τους κατοίκους του, αλλά και τον ίδιο του το χαρακτήρα, αφού η αμπελουργία και η κτηνοτροφία στην κοινότητα μειώνονται διαρκώς, δίνοντας στους νέους όλο και λιγότερα κίνητρα να παραμείνουν εκεί.
«Είμαστε προς το τέλος. Ο κόσμος δεν μπορεί πια να ζήσει με το σταφύλι. Τα τελευταία 20 χρόνια δεν έγιναν κινήσεις για να φέρουν νέο χρήμα στην κοινότητα. Τώρα προσπαθούμε να εμπλακούμε σε προγράμματα της ΕΕ, αλλά αυτό έπρεπε να έχει γίνει προηγουμένως», μας είπε ο νεοεκλεγείς κοινοτάρχης Ανδρέας Σάββα. Οι προσπάθειες τώρα της κοινότητας εστιάζονται στη διατήρηση της παραδοσιακής αμπελουργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, αλλά και στην ανάδειξη του χωριού ως ενός εναλλακτικού ορεινού θερέτρου. Ταυτόχρονα, γίνονται κινήσεις ώστε η καθημερινότητα στο χωριό να γίνει πιο ελκυστική για τους νέους: να φυτευτεί με χορτάρι το κοινοτικό γήπεδο, ώστε να ξανασυσταθεί η ποδοσφαιρική ομάδα, να λειτουργήσει πολιτιστικός όμιλος, με μαθήματα θεάτρου, χορού κτλ.

Νέοι που μένουν

Ο 33χρονος Σπύρος Σπύρου παντρεύτηκε και έμεινε στην Πάχνα από επιλογή. Απόφοιτος Πληροφορικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, διδάσκει στα κρατικά ινστιτούτα στην Πάχνα και στα περίχωρα και εκτάκτως στα δημόσια σχολεία, όποτε τον καλούν για αντικαταστάτη. Εκλεγμένος δις τα τελευταία πέντε χρόνια ως μέλος του κοινοτικού συμβουλίου, επιλέγει τη ζωή στην Πάχνα για την ηρεμία της. «Η κοινότητα είναι σαν μια μεγάλη οικογένεια. Ζεις πιο ανθρώπινα, ξέρεις τον γείτονά σου, η οικογένεια είναι πιο δεμένη», μου είπε ένα μεσημέρι που τον συνάντησα στο σπίτι του. Δεν παραγνωρίζει όμως τα αρνητικά. «Για τους νέους δεν έχει κάτι να περνούν την ώρα τους δημιουργικά, έστω ένα καφέ. Για όσους εργάζονται, είναι ταλαιπωρία να πηγαίνουν στην πόλη, γιατί στην κοινότητα δεν υπάρχουν δουλειές. Και είναι πολλά τα έξοδα για το πήγαινε-έλα. Όμως, ειδικά για τα μωρά μου, πιστεύω ότι μπορεί να αντιμετωπίσουν δυσκολίες με τα σχολεία και τα φροντιστήρια μες στους δρόμους, αλλά είναι μακριά από κάποιους κινδύνους της πόλης, όπως τα ναρκωτικά». Η σύζυγός του είναι από τη Λευκωσία, όμως, καθώς εργάζεται όλη μέρα στη Λεμεσό, τις καθημερινές δεν καταλαβαίνει τη διαφορά πόλης – χωριού. «Το Σαββατοκύριακο, όμως, που πρέπει να πάμε κάπου αλλού για να βγούμε έξω με τα μωρά, φαίνεται η διαφορά», λέει ο Σπύρος. Το 2007, όταν παντρεύτηκαν, η αξία της γης είχε πάρει τεράστια άνοδο κι έτσι ήταν ευκολότερο για τον Σπύρο να μην φύγουν στην πόλη, κάτι που ποτέ δεν ήθελε. Σιγά-σιγά, όμως, λέει, πληρώνουν το κόστος που θα πλήρωναν αν έχτιζαν στην πόλη: ξοδεύουν περισσότερη βενζίνη για τις μετακινήσεις τους, τα οικοδομικά υλικά είναι πιο ακριβά λόγω των μεταφορικών, ενώ χρειάζονται επιπλέον θερμομονωτικά υλικά.

«Η γριά δεν ομορφαίνει»

Σήμερα μονάχα 250-300 κάτοικοι είναι μέχρι 40 ετών, ενώ η πλειονότητα είναι συνταξιούχοι. Οι περισσότεροι φίλοι του Σπύρου έχουν φύγει στην πόλη, αν και τα τελευταία χρόνια δειλά-δειλά είναι περισσότεροι οι νέοι που μένουν στην κοινότητα, επειδή είναι πιο δύσκολο να αγοράσει κανείς σπίτι ή γη στη Λεμεσό. Όσο οι πόλεις μεγαλώνουν, τόσο έρχονται πιο κοντά στο χωριό, όμως αυτό δεν είναι αρκετό, εκτιμά ο Σπύρος. «Αν συνεχίσει αυτή η ξενομανία με τις εισαγωγές και παραμείνουμε ένα νησί μόνο εισαγωγών, τότε η ανεργία θα συνεχιστεί», λέει. Με την παραγωγή να μειώνεται, οι θέσεις εργασίας στο χωριό έχουν περιοριστεί στις οικοδομές και στην εκπαίδευση. Αντίθετα, εξηγεί, παλιότερα η ζωή ανθούσε στο χωριό γιατί οι οικογένειες είχαν δύο ασχολίες και έτσι εξασφάλιζαν ένα καλό εισόδημα – η γεωργία και η κτηνοτροφία εξυπηρετούσαν μέχρι πρόσφατα ως συμπληρωματικό εισόδημα. Με τους επαγγελματικούς όρους που έχουν μπει, όμως, μετά την ένταξη στην ΕΕ, δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς μ΄ αυτά ερασιτεχνικά. Περισσότερο απ΄ όλα, τα χωριά χρειάζονται προοπτικές εργοδότησης. «Η κυβέρνηση», λέει, «δίνει κάποια εφόδια για να ομορφύνεις την κοινότητά σου, όμως για μένα είναι σαν να στολίζουμε μια γριά: μπορεί να φαίνεται πιο όμορφη, αλλά πάλι είναι γριά. Αν μας δώσουν ένα κονδύλι να χτίσουμε έναν τοίχο ή μια πλατεία, μπορεί να ομορφύνει το χωριό, όμως όσους τοίχους και πλατείες να κάνουμε -που μας βοηθά η κυβέρνηση να κάνουμε- δεν θα βοηθήσει το χωριό. Εκείνο που θέλουμε είναι θέσεις εργασίας», λέει.

Υποδομές
Και υποδομές. Αστυνομία στο χωριό υπάρχει – και πυροσβεστική τους θερινούς μήνες. Γιατρός όμως έρχεται μόνο 3-4 φορές τη βδομάδα, για λίγες ώρες, παρόλο που υπάρχει νοσοκομείο εδώ και δέκα χρόνια. Κι αυτός, αν λείψει μια μέρα με άδεια ή λείψει ο φαρμακοποιός ή ο γραφέας, οι ασθενείς δεν εξυπηρετούνται. Τα φροντιστήρια δεν τα καλύπτουν πλήρως, διότι απαιτείται ένας ελάχιστος αριθμός μαθητών και μπορεί για 3-4 μαθητές να μην καλύπτει το μάθημα η κυβέρνηση. Αν συνυπολογίσει κανείς την ταλαιπωρία των μαθητών με την καθημερινή μετακίνησή τους για το σχολείο, είναι αναπόφευκτο να υστερούν σε σχέση με τους μαθητές που είναι στην πόλη. Επιπλέον, οι δρόμοι ήταν δυσκολία από πάντα. Ακόμη κι αν αναπτυχθεί ο τουρισμός, κάποια αξιοθέατα θα είναι απρόσιτα λόγω του κακού οδικού δικτύου. Εξάλλου, εκτός από τους κινδύνους που διατρέχουν οι κάτοικοι για ατυχήματα, επισημαίνει ο Σπύρος, τα αυτοκίνητά τους είναι πιο ευάλωτα σε φθορές, λόγω των κακών δρόμων.
Όσο για το μέλλον; Πιστεύει πως βρίσκεται, εκτός απ΄ τον αγροτουρισμό, στις μικρές βιοτεχνίες ή παραδοσιακές επιχειρήσεις για παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων. Σε οικογενειακές επιχειρήσεις που θα μπορούν να αντέξουν τον ανταγωνισμό καλύτερα απ΄ ό,τι ένας αγρότης μόνος του. Για να γίνουν όμως αυτά, θα πρέπει οι κάτοικοι να γνωρίζουν για τα σχέδια κινήτρων που υπάρχουν – ενημέρωση δεν υπάρχει, και για τους ανθρώπους έζησαν μια ζωή στο χωριό είναι δύσκολο να περιηγηθούν στους διαδρόμους των υπουργείων. Όσο για το ΚΕΠ που έχουν ζητήσει, τους απάντησαν ότι πρώτα θα γίνει στο Παραλίμνι και μετά θα εξεταστεί αν θα γίνει ένα και στην Πάχνα.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 28/02/2012

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s