Καφενές γένους θηλυκού

Στις Κέδαρες οι γυναίκες έχουν το δικό τους χώρο

Σε ένα ορεινό χωριό της Πάφου, με 44 κατοίκους, άντρες και γυναίκες πίνουν τον καφέ τους σε ξεχωριστούς τόπους. Στο γυναικείο καφενέ των Κεδάρων οι κυρίες της κοινότητες κεντούν, συζητούν και θυμούνται ιστορίες απ’ τα παλιά

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ*

Γυναικεία μοναξιά στις Κέδαρες δεν υπάρχει. Οι γυναίκες του χωριού, ηλικιωμένες κατά κύριο λόγο, δημιούργησαν έναν δικό τους καφενέ, όπου μαζεύονται τα απογεύματα, πίνουν καφέ, πλέκουν και θυμούνται ιστορίες απ’ το παρελθόν.
Ένα χωριό 44 κατοίκων όλων κι όλων οι Κέδαρες, στην ορεινή Πάφο, κοντά στο γεφύρι του Τζιελεφού. Τα σαββατοκύριακα έρχονται και δυο-τρεις οικογένειες αποδήμων από την Πάφο ή τη Λεμεσό κι αυξάνεται λίγο ο πληθυσμός. «Κάναμε γυναικείο καφενέ τον Γενάρη. Να το βάλεις στην εφημερίδα, να διαβάσουν και να θαυμάσουν τις Κέδαρες!», μου λέει η Ιφιγένεια Φωτίου, 79 Μαΐων, μία από τις πιο ευχάριστες προσωπικότητες σίγουρα του χωριού. Ο καφενές λειτουργεί εκεί όπου βρισκόταν παλιά ο καφενές του Παυλή. Ανοίγει στις δυόμιση – τρεις το απόγευμα, απ’ όποια από τις γυναίκες τυγχάνει να έχει το κλειδί. Άντρας δεν πατά ποτέ, μάλλον «ντρέπονται οι καημένοι», λέει η κ. Ιφιγένεια. Εξάλλου, οι γυναίκες είναι πλειοψηφία στο χωριό, 24 σε σύνολο 44 κατοίκων, τα Σαββατοκύριακα γίνονται και 30. Κάθονται η μία δίπλα στην άλλη, φτιάχνει η καθεμιά τον καφέ της, ανταλλάσσουν γλυκά και κεράσματα, βλέπουν τηλεόραση, κεντούν, λένε τα νέα του χωριού και στο τέλος πλένει η καθεμιά το φλιτζάνι της. Όταν πήγα να τις βρω, μαζεύτηκαν στον καφενέ για αρχή η κ. Ιφιγένεια, η κ. Παναγιώτα και η κ. Ελεονώρα.
«Τώρα που ανοίγει ο καιρός, θα καθόμαστε πιο πολύ», μου λένε και το βλέμμα τους τρέχει στο τι φωτογραφίζω. «Να βγάλεις μόνο τα όμορφα», παραγγέλνουν, «να μην λένε πως το πρώτο γυναικείο καφενείο δεν είναι συγυρισμένο», λένε και πιάνουν το σμιλί. Καμιά φορά ανταλλάσσουν και ιστορίες απ’ το παρελθόν. Η κ. Ιφιγένεια λέει ιστορίες της μάνας της, που είχε ζήσει στην Αλεξάνδρεια, ή ιστορίες αστείες, σαν αυτές που είπε μια γυναίκα του χωριού τις προάλλες, με τα δαιμόνια του Πραιτωριού, του διπλανού χωριού. Της ζητάω την ιστορία. «Έχουμε μια χωρκανή, ο παππούς της εν Πραιτωρκανός», αρχίζει. «Ήταν φτωχός πολλά, εν εφόρεν σώβρακο, μόνο βράκαν εφόρεν. Μιαν νύχταν είσιεν έναν κάττον τζι έτρωεν τις όρνιθες. Σηκώθηκεν τα μεσάνυχτα ο γέρος τζι εσκότωσεν τον κάττο γιατί έφαεν την όρνιθαν. Τίτσιρος! Έπιαν’ τον κάττον ο γέρος τζαι πήεν στον Μούλουκκα, μια γειτονιά του Πραιτωρκού, να τον πετάξει». «Τίτσιρος πάλι;», ρωτώ. «Τίτσιρος», απαντά. «Πότε ήταν αυτό;». «Ε, ήμουν εγώ μωρό», λέει, κι υπολογίζω γύρω στο ’30. Κι εκείνη συνεχίζει: «Σηκώθηκε ένας γέρος να κατουρήσει τζαι είδεν τον τίτσιρον τζαι φοήθηκεν πως εν σατανάς. Την άλλη μέρα στο καφενείο, είπε: ‘Ξέρετε, εν επίστευκα πως έσιει σατανάες, αλλά έσιει σατανάες!’. ‘Γιατί;’, τον ρώτησαν. ‘Αφού τον είδα εψες με τα μάθκια μου! Ήταν τίτσιρος τζι εβούραν’, είπε, ώσπου του είπε ο γέρος ότι ήταν τζιείνος που κυνηγούσε τον κάττον».
ΦΛΑΣΑΚΙ

Τα θαύματα του Άη Αντώνη

Ως το ’74 οι Κέδαρες ήταν μεικτό χωριό, αφού υπήρχαν και αρκετές οικογένειες Τουρκοκυπρίων. Ακόμα και τα περίφημα Χασαμπουλιά είχαν θείο εκεί και επισκέπτονταν συχνά το χωριό, θυμάται η κ. Ιφιγένεια. «Επηαίναμέν τα καλά με τους Τούρκους. Εφύαν με τον πόλεμο. Ήρθαν από το Κιδάσι και τον Άη Νικόλα (σ.σ.: τούρκικο χωριό) να μας ποσιαιρετίσουν. Εκλαίασιν τα πλάσματα, εν έθελαν να φύουσιν, αλλά τους πήρε το κόμμα, το ΤΜΤ. Εμείς τους αγαπούσαμε», μου λέει, και θυμάται κανά δυο θρύλους του χωριού με τα θαύματα που έκανε ο άγιός του, ο Άγιος Αντώνης, μια εκκλησία του οποίου, χτισμένη το 1600, βρίσκεται στην έξοδο του χωριού.
Στον τοίχο του ιερού της εκκλησίας είχε μία τρύπα κι έβαζαν παλιά οι χωριανοί χρήματα στον άγιο. Κάποτε ένας Τούρκος από τη Γερόβασα έβαζε χέρι κι έκλεβε τα χρήματα. «Ηξέραν ότι έκλεβε τζαι τον παραμόνευε ο παπάς», λέει η κ. Ιφιγένεια. «Έμπηξεν τότε το σιέριν του μέσα στην τρύπα τζαι το έπιασεν ο παπάς. Τζ’ ετζείνος ενόμιζεν πως ήταν το σιέριν του αγίου. ‘Ξαπόλλα με Άγιε Αντώνιέ μου τζι όσα έκλεψα να σου τα βάλω διπλά!’, είπε. Τζαι τα έβαλε». Μία άλλη φορά, η Ορφέτη, μια Τουρκοκύπρια απ’ το Κιδάσι, σταμάτησε με τον γάιδαρό της έξω από την εκκλησία, σε μια ελιά που άφηναν οι γυναίκες τις μπουκάλες για τα καντήλια και γίνονταν στοίβες. «Επήεν με το γαούριν της, έπιασεν μια-θκιο πότσες τζαι το γαούριν της εν επερπάταν. ‘Ίντα μπόσιει το γαούρι μου ίντα μπόσιει;’ Φκάλλει τες πότσες του, εξεκίνησεν το γαούριν του τζαι έφυγε. Ήρτε στο χωρκό τζαι είπεν: ‘ο Άγιος σας λαλεί κάμνει θάμματα'», θυμάται.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 14/4/2012

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s