Η διπλή όψη ενός εκτοπισμού

«Η μητρική μου γλώσσα είναι τα ολλανδικά, η «πατρική» μου τα ελληνικά. Η μητέρα μου μας έστειλε σε καθολικά σχολεία, ενώ ο πατέρας μου μας πήγαινε τα Σάββατα στο κατηχητικό και τις Κυριακές στην ελληνορθόδοξη εκκλησία. Μεγάλωσα με λαχανάκια Βρυξελλών, κυπριακές ελιές και χαλλούμι». Έτσι αυτοσυστήνεται η κοινωνική ανθρωπολόγος Λίζα Δικωμίτη, που πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Κύπρο το βιβλίο της «Cyprus and its places of desire»], απόσταγμα της πολύχρονης έρευνάς της για τον τόπο καταγωγής του πατέρα της, τον Λάρνακα της Λαπήθο.

Γράφει η Χρύστα Ντζάνη*/ φωτογραφία: ©Έλενα Δικωμίτου

Με τη Λίζα Δικωμίτη είχαμε βρεθεί στο χωριό του πατέρα της το καλοκαίρι του 2009, στο τέλος σχεδόν της έρευνάς της για τους κατοίκους του Λάρνακα ή Kozan, όπως λέγεται σήμερα: τους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες [Λαρνατζιώτες] που ζούσαν εκεί ώς το ’74 και το νοσταλγούν τους Τουρκοκύπριους [Kozanlilar] από την Πάφο που εγκαταστάθηκαν εκεί μετά τον πόλεμο και σήμερα νιώθουν τη γη δική τους. Η Λίζα έζησε κοντά και στις δύο κοινότητες, «αναγιωτή» σε οικογένειες ντόπιων και χάρη στη διεισδυτική ματιά της στην καθημερινότητά τους και τις μνήμες τους, κατέγραψε τις δύο πλευρές του εκτοπισμού – αυτή εκείνων που φεύγουν κι αυτή εκείνων που έρχονται.

«Δεν ξεχνώ»

«Μεγάλωσα στο Wevelgem, ένα φλαμανδικό χωριό πέντε λεπτά απόσταση μόνο από τα γαλλικά σύνορα. Όταν ήμουν παιδί, η Κύπρος ήταν για μένα κυρίως ένας φανταστικός προορισμός διακοπών», λέει η ίδια. Η κυπριακή της ταυτότητα όμως δεν ήταν κάτι ξένο. Ήξερε για το κυπριακό ζήτημα, στο σχολείο έπρεπε συχνά να μιλά για το τι συνέβη ανάμεσα στους «αθώους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες» και τους «κακούς Τούρκους», τα βιβλία της ήταν γεμάτα εθνικιστικά αυτοκόλλητα με έναν μικρό Ε/Κ πίσω από ένα αγκαθωτό συρματόπλεγμα και πίσω του το σύνθημα «Δεν ξεχνώ και αγωνίζομαι» ή το νησί με φόντο την ελληνική σημαία. «Ντρέπομαι που το παραδέχομαι τώρα, αλλά μικρή δεν ήξερα τίποτα καλύτερο. Είχα σχηματίσει μια εικόνα της Κύπρου από τη μόνη διάθεσιμη σε μένα πηγή εκείνη την εποχή: Τους Ε/Κ συγγενείς μου, όλοι τους πρόσφυγες, όλοι τους προκατειλημμένοι».
Στην εφηβεία της άρχισε να βλέπει τα πράγματα με μια ευρύτερη ματιά. «Άρχισα να συζητώ για την εθνική σύγκρουση με τον πατέρα μου, ο οποίος σπανίως εκφράζεται αρνητικά για τους Τουρκοκύπριους ή τους Τούρκους. Συζητούσα και με έναν καλό φίλο του πατέρα μου στο Βέλγιο, Τούρκο, τον Μπαϊράμ, και άρχισα τότε να κάνω παρέα και με Τουρκοκύπριους που έμεναν στο Βέλγιο και μέσω αυτών έβλεπα τα πράματα διαφορετικά. Συνέχισα να μιλώ για το Κυπριακό στο σχολείο, όμως πλέον έβαζα και την πλευρά των Τ/Κ. Όσο μεγάλωνα, ήθελα να καταλάβω κάποια πράγματα καλύτερα για την κυπριακή κοινωνία. Σίγουρα αυτό έχει να κάνει με την ανακάλυψη του εαυτού μου και την ανάγκη να δώσω χώρο στην ‘κυπριακή μου πλευρά’. Έτσι έγινα ανθρωπολόγος».
Η επιστήμη της κοινωνικής ανθρωπολογίας τής έδωσε το πάτημα και τα εχέγγυα να αντιληφθεί καλύτερα τη σύγχρονη κυπριακή κοινωνία και την προσφυγιά. Πολύ προτού ανοίξουν τα οδοφράγματα το 2003, η Λίζα Δικωμίτη ήταν ήδη περίεργη να καταλάβει πώς αυτή η συμβολική χρονιά, το 1974, είχε διαμορφώσει τις ζωές των Κυπρίων προσφύγων.

Μια «Λαρνατζιώτισσα» στο Kozan

Όταν ξεκίνησε την έρευνά της, πρώτα με τους Ε/Κ συγγενείς της, πρόσφυγες από τον Λάρνακα της Λαπήθου, και έπειτα με τους σημερινούς Τ/Κ κατοίκους του Kozan, ήξερε πως η απόσταση ανάμεσα στην ίδια και τους ανθρώπους που της μιλούσαν δεν ήταν η συνηθισμένη μεταξύ ενός ανθρωπολόγου και των πηγών του. Είτε το ήθελε ή όχι, οι Λαρνατζιώτες τη θεωρούσαν μια απ’ αυτούς, μια Λαρνατζιώτισσα, κάποτε αγνοώντας και κάποτε τονίζοντας τις βελγικές της ρίζες. «Ένιωθα ότι ανήκα στην Κύπρο και αυτό μου έδωσε το δικαίωμα να σκαλίσω απροσκάλεστη τις ζωές αυτών των προσφύγων και τις συχνά επώδυνες αναμνήσεις τους. Όταν το αναλογίζομαι αυτό σήμερα, νιώθω άβολα ως προς το τι σημαίνει να έχεις υποφέρει έναν εκτοπισμό. Σήμερα είναι περίεργο να παρουσιάζομαι σαν Λαρνατζιώτισσα και να συνδέομαι με ένα μέρος όπου ποτέ δεν έζησα ως μέλος της κοινότητας», λέει. Η καταγωγή της βεβαίως τη βοήθησε να συλλέξει τις πληροφορίες που ζητούσε, όμως ανάμεσα στον κόσμο των Λαρνατζιωτών και στη δική της αντίληψη για αυτόν, η απόσταση ήταν μεγάλη. «Σίγουρα είχα περισσότερες κοινές εμπειρίες με τους στενούς μου συγγενείς απ’ ό,τι με Λαρνατζιώτες με τους οποίους δεν σχετίζομαι. Όμως αμφιβάλλω αν πραγματικά η Κύπρος είναι το ‘σπίτι’ μου». Η συγκεχυμένη έννοια μιας πατρίδας στην οποία ουδέποτε έζησε, τη «βίωσε» όμως έμμεσα από τις αφηγήσεις των δικών της ανθρώπων, διατρέχει την έρευνα. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο πως στον Λάρνακα ή Kozan ένιωσε ευπρόσδεκτη και από τους σημερινούς, Τουρκοκύπριους κατοίκους του χωριού. «Ένιωσα σαν στο σπίτι μου, διότι ένιωσα καλοδεχούμενη από τους σημερινούς κατοίκους. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι το ‘σπίτι μου’, για τους δικούς μου, προσωπικούς λόγους, που δεν έχουν να κάνουν με την πολιτική: Είμαι παιδί του καιρού μου, παιδί της πόλης, λατρεύω την τεχνολογία [υπολογιστές, ίντερνετ, τηλέφωνα] και αυτό είναι κάτι που μου έλειψε. Δεν οδηγούσα ακόμα όταν ζούσα εκεί και έτσι ήμουν κυριολεκτικά εξαρτημένη από άλλους ανθρώπους [υπήρχε μόνο ένα λεωφορείο τη μέρα από και προς Λευκωσία]. Έζησα πραγματικά αποκομμένη από τον κόσμο που ήξερα». Στο Kozan γνώρισε και κατέγραψε τη χειρωνακτική εργασία του χωριού: Άρμεγε τις αίγες, έφτιαχνε τυρί, ψωμί και είδε όση τηλεόραση δεν είδε ποτέ στη ζωή της. Με εξαίρεση κάποιες μεγάλες συζητήσεις και την κοινωνικοποίηση με τους ντόπιους, η ζωή στο χωριό μπορεί να γίνει κάποτε αδιάφορη και βαρετή, παραδέχεται, αν και, λόγω της συνεχούς της έρευνας, δεν έφτασε ποτέ στην πλήξη. Απ’ την άλλη, η λαρνατζιώτική της καταγωγή την δυσκόλεψε κάποτε στην πορεία της έρευνας. Στις αρχές, φοβόταν μήπως η ανάγκη να κρατήσει αποστάσεις από τους συγγενείς και φίλους την οδηγήσει στην αποξένωση. Ή μήπως, ρωτώντας τους συγγενείς για την προσωπική τους ζωή, φαινόταν σαν να τους κατασκόπευε. Εξάλλου, τους ρωτούσε για μια επώδυνη εμπειρία για την οποία δεν μιλούσαν συχνά. Ήταν όμως εύκολο να μιλήσουν για την προσφυγιά αφότου άνοιξαν τα οδοφράγματα. Τότε, την ρωτούσαν κι εκείνοι για τις εμπειρίες της και ζητούσαν να μάθουν τι γίνεται στον Λάρνακα ή προσφέρονταν να πουν την εμπειρία τους όταν γυρνούσαν από τα κατεχόμενα. «Δεν είναι αυτονόητο ότι όλες οι πηγές σου θα σε συμπεριλάβουν σε όλες τις πτυχές της ζωής τους, ακόμη κι αν πρόκειται για στενούς συγγενείς. Κάποια στιγμή ήθελα να είμαι η «Λίζα» [όχι η «Λίζα η ερευνήτρια»], δεν ήθελα να είμαι ένα «βαμπίρ που μπαίνει στο σόι και του ρουφά το αίμα», για να χρησιμοποιήσω και μια υπέροχη μεταφορά του Peter Loizos [σ.σ.: 1937-2012, καθηγητής Ανθρωπολογίας με κυπριακή καταγωγή και πλούσιο ερευνητικό έργο για την Κύπρο]».
Υπήρξαν πάντως και Λαρνατζιώτες που ήταν σθεναρά αντίθετοι με την επιθυμία της να διασχίσει τα οδοφράγματα και να ζήσει με τους Kozanlilar. Η είδηση ότι θα πήγαινε να ζήσει στο χωριό τους με τους ανθρώπους που πήραν τη δική τους θέση, διατάραξε τη θέση της στην κοινότητά τους, κάποιοι εξοργίστηκαν, αν και στο τέλος ήταν όλοι περίεργοι να ακούσουν τις εμπειρίες της. Αντίθετα, με τους Kozanlilar ένιωσε εξαρχής ευπρόσδεκτη, αν και πήρε χρόνο για να την εμπιστευτούν. Μόλις το 2006, πίνοντας καφέ με έναν συνταξιούχο Τ/Κ, της εκμυστηρεύτηκε ότι ψήφισε «όχι» στο δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν το 2004, επειδή δεν ήθελε να ξαναφύγει από το σπίτι του. Έτσι έκαναν και οι περισσότεροι Kozanlilar, της είπε, παρά την περί του αντιθέτου αντίληψη της Λίζας ώς τότε, από τα λεγόμενα των χωρικών.
Επιμένω να καταλάβω αν για τη Λίζα Δικωμίτη ο Λάρνακας της Λαπήθου ή Kozan ήταν, μετά από τόση έρευνα εκεί, κάτι σαν το σπίτι της. «Μπορείς να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου και να το αποκαλείς ‘σπίτι’ με μια ρομαντική έννοια. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ήμουν χαρούμενη που μπορούσα να ζήσω στο χωριό του πατέρα μου, όμως σπίτι είναι εκεί που ζει η οικογένεια. Για πολύ καιρό ήταν για μένα το Βέλγιο, όμως αφότου παντρεύτηκα και έκανα παιδί, «σπίτι» μου έγινε το Καϊμακλί».
Εκεί γεννήθηκε κι έζησε τα πρώτα της χρόνια και η κόρη της, έξι ετών σήμερα. Η ίδια ελπίζει πως το παιδί θα γνωρίζει τους Τ/Κ καλύτερα και θα ζει μαζί τους, αλλά δεν είναι βέβαιη ότι αυτό θα συμβεί. «Κοίτα το Βέλγιο», λέει. «Δεν είχαμε ποτέ πόλεμο ή δικοινοτικές ταραχές όπως στην Κύπρο, αλλά μπορούν να ζήσουν μαζί οι Βαλλόνοι με τους Φλαμανδούς; Μάλλον όχι. Παραμένουν δύο κοινότητες, κάτι που προσωπικά δεν μου αρέσει».

+ Το βιβλίο της Λίζας Δικωμίτη «Cyprus and Its Places of Desire: Cultures of Displacement among Greek and Turkish Cypriot Refugees», κυκλοφόρησε πρόσφατα στην αγγλική γλώσσα από τις εκδόσεις IB Tauris. Μπορείτε να το βρείτε στο βιβλιοπωλείο Moufflon ή στο http://www.ibtauris.com.

*Δημοσιεύτηκε στο «Παράθυρο» του Πολίτη στις 19/8/2012

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s