Ιχνηλατώντας τη συμβίωση

Μουσείο της κοινής ζωής Ε/Κ και Τ/Κ ετοιμάζεται στην Ποταμιά

20121202_potamia

Το νερό που τους ένωνε, το θρυλικό Τσιφλίκι και η κοινή αγροτική ζωής της Ποταμιάς γίνονται έκθεμα σε ένα παλιό τουρκοκυπριακό αγροτόσπιτο

Της Χρύστας Ντζάνη*

Το παλιό αγροτικό σπίτι ενός Τουρκοκύπριου στην Ποταμιά μετατρέπεται σε ένα μοντέρνο μουσείο της αδιάκοπης συμβίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στην κοινότητα, χάρη σε μια κοινή προσπάθεια των κατοίκων, που εποπτεύεται από τα Ηνωμένα Έθνη και το πρόγραμμα UNDP-Act.
Το σπίτι αποτελεί μνημείο από μόνο του, καθώς είναι ένα από τελευταία δείγματα μεσαορίτικης αρχιτεκτονικής που σώζεται και η διατήρησή του αποτελεί από μόνη της αυτοσκοπό για την κοινότητα. Όπως ανέφερε στον «Π» η αρχιτέκτονας του έργου Σεβίνα Φλωρίδου, πρόκειται για ένα πλινθόκτιστο διώροφο μακρινάρι που χτίστηκε μετά το 1919. Τα μακρινάρια ήταν χαρακτηριστικά κτίσματα της Μεσαορίας, καθώς, σε αντίθεση π.χ. με τα γραφικά σπιτάκια της Πάφου που συγκεντρώνονταν γύρω από μια εσωτερική αυλή, στον κάμπο κτίζονταν μακρινάρια που έφταναν σε μήκος ακόμη και τα 25 μέτρα, συγκεντρώνοντας εκεί τα δωμάτια του σπιτιού, τις αποθήκες κτλ. Λόγω της εισβολής, τα περισσότερα από αυτά τα κτήρια που χαρακτήριζαν τη Μεσαορία έχουν χαθεί κι απέμειναν όσα ήταν κτισμένα στις παρυφές της, στις ελεύθερες περιοχές, στην Ποταμιά, στα Λύμπια, στην Ορόκλινη κ.α. Για τον ιδιοκτήτη του σπιτιού δεν είναι γνωστά πολλά στοιχεία. Επρόκειτο για Τουρκοκύπριο αγρότη που έχτισε το σπίτι σταδιακά. Πρώτα έγιναν τα δύο ισόγεια, έπειτα ο στάβλος και στη συνέχεια ένα-ένα τα τέσσερα δωμάτια στον όροφο. Το κτίσιμο του σπιτιού σταμάτησε το 1974, όταν ο ιδιοκτήτης έφυγε για να εγκατασταθεί στο Αργάκι της Μόρφου. Στη συνέχεια, εγκαταστάθηκαν εκεί Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες, οι οποίοι έζησαν στο σπίτι ώς τις αρχές του ’90. Η οικογένειά του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη έχει συγκατανεύσει στην αναπαλαίωση του σπιτιού και τη μετατροπή του σε ένα πρότυπο μουσείο-βιβλιοθήκη, όπου θα απλώνεται η σύγχρονη ιστορία της Ποταμιάς, ενώ συγκεντρώνονται πληροφορίες για τον ίδιο, ώστε να αναφέρεται στην έκθεση η οικογένειά του κι η ιστορία του σπιτιού. Στόχος είναι το έργο να αποτελέσει κοινό μουσείο της δικοινοτικής συνύπαρξης, για αυτό και εργάζονται από κοινού οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Ποταμιάς. Σε μια προσπάθεια να ενισχύσει αυτή τη συνεργασία και μπροστά στην προοπτική της συμβίωσης των δύο κοινοτήτων στο χωριό και στο μέλλον, το UNDP εμπλέκεται ως μέντορας, παρέχοντας σε όλη τη διαδικασία όχι χρηματοδότηση, αλλά συμβουλευτικές υπηρεσίες για θέματα τεχνικά, όπως ο σχεδιασμός του έργου, η ετοιμασία του προϋπολογισμού κ.ά. Επιπλέον, το UNDP επιθυμεί να εμπλέξει στο όλο εγχείρημα τόσο νέους (κατά προτίμηση τους μαθητές της κοινότητας) όσο και ηλικιωμένους, γυναίκες και άντρες.

20121202_potamia2

Το νερό τούς ενώνει

Στο μουσείο θα στεγαστεί υλικό από την κοινή συμβίωση Ε/Κ και Τ/Κ στην Ποταμιά, φωτογραφίες, ηχογραφήσεις κ.ά. «Στόχος μας, να συγκεντρωθεί η ιστορία του χωριού και να γίνει ένα πρότυπο μουσείο. Όχι μια αποθήκη αγγείων κλπ.», σημειώνει η κ. Φλωρίδου. Ανάμεσα στα άλλα, θα δημιουργηθεί μια αίθουσα, όπου οι μαθητές θα καλούνται να συσκεφτούν και να συγκεντρώσουν τα συμπεράσματά τους από την έκθεση στην οποία θα έχουν περιηγηθεί. Γίνεται, δηλαδή, μια προσπάθεια ο επισκέπτης να μην αρκείται στα εικαστικά εκθέματα, αλλά να φεύγει από τον χώρο με ερεθίσματα και αναμνήσεις. Ξεχωριστό ρόλο θα έχει εξάλλου, χάρη στην ίδια τη μορφή του σπιτιού, η αγροτική ζωή, η οποία ένωνε τους κατοίκους της Ποταμιάς. Στο αγροτικό αυτό μακρινάρι σώζονται ακόμα κάποια λαγούμια, τα οποία χρησιμοποιούνταν για την άρδευση των χωραφιών. «Έχει μια κρυφή ιστορία διαχείρισης του νερού, που ως το ’60 ήταν υπόγεια. Το νερό ήταν ένα σπάνιο αγαθό, και για να μπορούν όλοι να ποτίσουν έπρεπε να συνεργαστούν. Η συμβίωση στην ουσία ξεκινά από το νερό. Θέλουμε να συνδέσουμε την αγροτική ιστορία, το εκπαιδευτικό μέρος και τη σχέση του νερού που πιστεύω θα παίξει σημαντικό ρόλο», αναφέρει η αρχιτέκτονας.

Η πρώτη «πράσινη γραμμή» στο Τσιφλίκι

Με καταγωγή από την Ποταμιά, η κ. Φλωρίδου έχει μελετήσει επίμονα την αρχιτεκτονική ιστορία της Ποταμιάς, μέσα από την οποία επίσης ξεπροβάλλει η ιστορία της συμβίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στο χωριό. Όταν κάποτε επιχείρησε να αναζητήσει τις γειτονιές που υπήρχαν στο χωριό, πήρε έναν χάρτη και χρωμάτισε τις ιδιοκτησίες – μπλε για τους Ε/Κ, κόκκινο για τους Τ/Κ. Διαπίστωσε τότε ότι στην Ποταμιά δεν υπάρχουν γειτονιές, μαχαλάς, που να χωρίζουν τους κατοίκους σε κοινότητες. «Είναι μια σκακιέρα. Απέναντι από το τζαμί το πιο μεγάλο σπίτι είναι ελληνικό, απέναντι από την εκκλησία, τουρκικό», λέει. Θυμάται ότι κάποτε ρώτησε τον κοινοτάρχη σε τι γλώσσα μιλούσαν οι ντόπιοι κι εκείνος της απάντησε: «Έτο, κόρη μου. Τότες αν ήτουν Τούρκος που ‘ρκετουν να μου συντύσ’ει, που σεβασμόν εσυντύχαννεν μου ελληνικά τζ’αι γιώ, που σεβασμόν, απάντουν του τούρτζικα…». «Για μένα αυτό είναι η επιτομή της ευγένειας, ένα «savoir vivre» ποταμίτικα», λέει η κ. Φλωρίδου. «Υπήρξε μια γνώση και μια σοφία στον κόσμο εδώ, που κατάφεραν να συγκρατηθούν σαν κοινωνία, να μην αφήσουν την κατάσταση να επηρεάσει τις θέσεις τους. Είχαν μια ανθρώπινη ευγένεια. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει «έν’ αντροπή» – ήταν εμπεδωμένο στον κόσμο πού έπρεπε να σταματήσει τα λόγια του. Ή μια γιαγιά Τουρκού που προσπαθούσε να μας εξηγήσει πώς βίωσε τον πόλεμο, το ’74. «Έτο, κόρη μου. ‘Που τη μιαν εχτύπα μας το Δάλι που την άλλην η Τουρτσ’ιά». Ο μικρόκοσμος αυτής της γυναίκας, από τη μια το διπλανό χωριό κι από την άλλη ο αόρατος μεγάλος κίνδυνος», λέει. Οι βαθιές ρίζες της συμβίωσης φτάνουν και στην κοινή αγροτική μοίρα των ντόπιων, που ήταν στην πλειονότητά τους φτωχοί και άκληροι εργάτες στο Τσιφλίκι – το μεγάλο αγρόκτημα της περιοχής. «Τα αγροτικά σπίτια στην Ποταμιά ήταν ίσως τα πιο φτωχικά της Κύπρου. Ασχολούμαι εδώ και 25 χρόνια με τη διατήρηση κτηρίων και αυτά τα σπίτια είναι τα πιο μικρά που έχω συναντήσει οπουδήποτε. Δεν έχουν ένα πλιθάρι, μια κουρελού. Διότι όλη η σοδειά ανήκε στο Τσιφλίκι. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μάζευαν τότε μπαμπάκι για το Τσιφλίκι», λέει η κ. Φλωρίδου για το αγρόκτημα που έχει τη δική του μεγάλη ιστορία, που χρονολογείται από τη Φραγκοκρατία. Κάποιες ανασκαφές έδειξαν ότι χτίστηκε την εποχή του Πέτρου του Α’ (14ος αιώνας) και πως εκεί υπήρχε παλιός ζαχαρόμυλος. Επί Ενετοκρατίας η περιουσία περιήλθε στον αδερφό της Αικατερίνης Κορνάρο. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, η τελευταία Ενετή ιδιοκτήτρια παντρεύτηκε έναν αξιωματούχο του οθωμανικού στρατού και έτσι η περιουσία από κει και πέρα εξελίσσεται ως οθωμανική. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το ζευγάρι Τουρκοκυπρίων στους οποίους ανήκε το αγρόκτημα χώρισε φιλικά με διακανονισμό. Μαζί, χωρίστηκε και το αγρόκτημα στη μέση: χτίστηκε ένα τειχαράκι, τα παράθυρα κι οι πόρτες έκλεισαν κι έμεινε μόνο ένα παραθυράκι. Η κυρία πήρε το ανατολικό μέρος κι ο κύριος το δυτικό.
Εκείνη ήταν επιχειρηματικό μυαλό, επένδυσε στη σύγχρονη τεχνολογία κι έφερε τις πρώτες ατμομηχανές στην περιοχή, που έγιναν θρυλικές – οι κάτοικοι έχουν να λένε ακόμα για τον θόρυβο που έκαναν τα εντυπωσιακά μηχανήματα. Εκείνος αντίθετα δεν έκανε καλή διαχείριση και σύντομα άρχισε να δανείζεται από κάποιον τοκογλύφο στη Λάρνακα, με αποτέλεσμα να χάσει την περιουσία του και το μισό αγρόκτημα που του ανήκει να καταλήξει σε χέρια Ελληνοκυπρίου. Έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη «πράσινη γραμμή» στην Κύπρο, ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους που μοιράζονταν μεν την ίδια γη, επικοινωνούσαν όμως μόνο με ένα τειχαράκι μεταξύ τους.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 2/12/2012

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s