«Το όνομά της τώρα, το νούμερο στο χέρι»

Η συγκλονιστική ιστορία του 88χρονου Εβραίου της Θεσσαλονίκης Μωσέ Αελιών, που επέζησε από το Άουσβιτς και το Ολοκαύτωμα

haelion_extended_family
Της Χρύστας Ντζάνη*

Το 1940, η Θεσσαλονίκη αριθμούσε 62.000 Εβραίους. Σε σύνολο 80.000 Εβραίων στη χώρα, επρόκειτο με διαφορά για τη μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα της Ελλάδας, που μάλιστα μέχρι το 1913 αποτελούσε τη μεγαλύτερη κοινότητα της ίδιας της πόλης, με τους Τούρκους και τους Έλληνες να ακολουθούν σε πληθυσμό. Εκεί γεννήθηκε και έζησε ώς τα 17 του ο Μωσέ Αελιών, ένας 88χρονος σήμερα Εβραίος, επιζήσας του Ολοκαυτώματος και της θηριωδίας του Άουσβιτς, που βρέθηκε πριν από μερικές μέρες στην Κύπρο για να περιγράψει τις εμπειρίες του σε διαλέξεις, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος, στις 27 Ιανουαρίου.
Εκείνη τη μέρα, το 1945, οι Ρώσοι κατέλαβαν τα στρατόπεδα Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Έξι μόλις μέρες πριν, στις 21/1/1945, ο κ. Αελιών είχε εγκαταλείψει το Άουσβιτς με την τελευταία αποστολή, αρχίζοντας μια πορεία θανάτου, από την οποία κατόρθωσε να βγει ζωντανός – μόνος εκείνος απ’ όλη την οικογένεια. Μιλώντας σε αξιοθαύμαστα καλά ελληνικά (μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στο Ισραήλ), με κοφτή, ελκυστική αφήγηση και αφοπλιστική μνήμη, ο Μωσέ Αελιών ξεδίπλωσε το κουβάρι της ιστορίας από τη μέρα που οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, μέχρι και τις πιο πρόσφατες επισκέψεις του στο Άουσβιτς, ως αφηγητής πια των γεγονότων.

Τα γκέτο της Σαλονίκης
Στις 9 Απριλίου 1941, όταν οι Γερμανοί κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη, ο Μωσέ ήταν 16 ετών, το πρώτο από τα δύο παιδιά του Ελιάχου και της Ραχήλ Αελιών. «Ήμασταν πολύ φοβισμένοι, διότι ξέραμε τι έκαναν οι ναζιστές στους Εβραίους της Γερμανίας. Αλλά τίποτε δεν συνέβηκε. Ζούσαμε όπως πρώτα», λέει. Η καταδίωξη των Εβραίων της πόλης άρχισε έναν χρόνο μετά, στις 11 Ιουλίου 1942, όταν ένα διάταγμα καλούσε τους νέους Εβραίους 18-45 χρονών να παρουσιαστούν για εγγραφή στην Πλατεία Ελευθερίας, κοντά στο λιμάνι.
haelion_family_bwΟ Μωσέ, που είχε χάσει τον πατέρα του λίγους μήνες πριν από την κατάληψη της πόλης, γλύτωσε την επίταξη, μιας και ήταν ακόμη 17 ετών, όμως τα άσχημα νέα δεν άργησαν να ακουστούν: όσοι βρέθηκαν εκείνη την καυτή μέρα παραταγμένοι στην ανοιχτή πλατεία, έπεσαν θύματα ξυλοδαρμού, υποχρεώθηκαν να κάνουν ασκήσεις γυμναστικής, δεν τους δόθηκε νερό κ.ά. «Η γενική γνώμη ήταν ότι κάτι νέο συμβαίνει. Και πραγματικά από τότε και κατά τη διάρκεια τον εφτά επόμενων μηνών ήρθαν τα διατάγματα και ο κατατρεγμός εναντίον των Εβραίων το ένα μετά το άλλο: πολλούς απ’ αυτούς που εγγράφτηκαν τους πήραν σε καταναγκαστικά έργα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Διόρισαν πέντε περιοχές στην πόλη στις οποίες επιτρεπόταν να κατοικούμε -τα ονομάζαμε γκέτο, από το όνομα των συνοικιών Εβραίων στις πόλεις Ευρώπης τον μεσαίωνα- και όποιος κατοικούσε έξω απ’ αυτές έπρεπε να αφήσει το σπίτι του. Διέταξαν να σημαδεύσουμε τα σπίτια και τα καταστήματα. Απαγόρευσαν στους μαθητές να πάνε στα σχολεία. Υποχρέωσαν να ράψουμε στο αριστερό μέρος του ενδύματος κίτρινο αστέρι».
Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, ανακοινώθηκε ότι θα μεταφέρονταν στην Πολωνία. Έμπειροι σε τεχνικές προπαγάνδας, οι ναζί διέδιδαν ότι συγκεντρώνουν εκεί τους Εβραίους της Ευρώπης, διότι βρίσκονταν σε πόλεμο και ήθελαν να τους έχουν υπό έλεγχο.
Όμως εκεί, έλεγαν, θα ήταν μαζί με τις οικογένειές τους, θα εργάζονταν και θα ζούσαν κανονικά. «Ο κόσμος, και εμείς, δεν μπορούσαμε να φαντασθούμε τότε ότι εξοντώνουν ανθρώπους, μπορούμε να πούμε με βιομηχανικό σύστημα», θυμάται ο κ. Αελιών. Η είδηση της μεταφοράς τους στην Πολωνία τους τρόμαξε, όμως, ακόμη κι αν ήξεραν περί τίνος επρόκειτο, δεν θα μπορούσαν να αντισταθούν. «Οι Γερμανοί ήταν σοβαροί, άγριοι, και τίποτε δεν τους σταμάταγε να σκοτώσουν αυτούς που δεν υπάκουαν. Μερικοί Εβραίοι νέοι ανέβηκαν στα βουνά και έγιναν αντάρτες. Αλλά οικογένειες με παιδιά, γέρους, αρρώστους, δεν μπορούσαν να το κάνουν», λέει. Αρχές Απριλίου, η οικογένεια διατάχθηκε να αφήσει το σπίτι της για να εγκατασταθεί στον συνοικισμό του Βαρώνου Χιρς, μια περιοχή που είχε χτιστεί μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, για να στεγάσει τις χιλιάδες οικογένειες που έχασαν το σπίτι τους και είχε επιταχθεί πια από τους ναζί.
Ήδη, από τον Μάρτιο του ’43, οι Γερμανοί διέτασσαν τους Εβραίους που συγκεντρώνονταν εκεί κάθε τόσο να επιβιβαστούν σε τρένα που μετέφεραν ζώα, κουβαλώντας από ένα δέμα μέχρι 15 κιλά ο καθένας, και να αναχωρήσουν για την Πολωνία. Αυτό το σκηνικό επαναλαμβανόταν κάθε δυο-τρεις μέρες. Ο Μωσέ Αελιών, η μητέρα, η αδερφή, ο παππούς, η γιαγιά, ο θείος, η θεία και το ενός έτους ξαδερφάκι του έφτασαν στον συνοικισμό Βαρώνου Χιρς στις 5 ή 6 Απριλίου 1943. Έμειναν εκεί μία-δυο μέρες και κατόπιν διατάχθηκαν να επιβιβαστούν στα βαγόνια. «Εκατοντάδες άνθρωποι ανεβαίνουν ταυτοχρόνως, ρίχνουν τα δέματα, βοηθούν τους γέρους, τα παιδιά, τους αρρώστους, φωνές, κλάματα, χάος. Όταν όλοι ανέβηκαν, έκλεισαν την πόρτα και το τρένο ξεκίνησε. Εφτά μέρες και εφτά νύχτες ήμασταν κλεισμένοι μέσα, ώσπου φτάσαμε στην τελική στάση».
Μέσα στα τρένα, οι συνθήκες προμήνυαν το κακό που θα ακολουθούσε: σε κάθε βαγόνι βρίσκονταν στριμωγμένα περισσότερα από 80 άτομα. Το φως έμπαινε από δύο μικρά παράθυρα στις δυο άκρες του βαγονιού, για αποχωρητήριο χρησίμευε ένα βαρέλι, ενώ φαγητό δεν μοίραζαν: κάθε δυο-τρεις μέρες μόνο, το τρένο σταματούσε σε κάποιον απομονωμένο σταθμό και τους άφηναν να κατεβούν να γεμίσουν νερό και να αδειάσουν το βαρέλι. Αν κάποιος πέθαινε, τον άφηναν έξω από το βαγόνι και υποχρέωναν την οικογένειά του να συνεχίσει το ταξίδι.

Επόμενη στάση: Άουσβιτς
«Την έβδομη ημέρα, κατά τα μεσάνυχτα, φτάσαμε. Νομίζαμε ότι φτάσαμε στην πόλη Κρακοβία όπου μας είχαν πει ότι θα κατοικήσουμε. Μας διέταξαν να κατεβούμε από τα βαγόνια, αλλά να αφήσουμε εκεί όλα τα πράγματά μας. Δεν ήταν εύκολο, αλλά το κάναμε. Βρισκόμασταν σε έναν μεγάλο κάμπο όλο φωτισμένο. Για πρώτη φορά είδαμε τους ανθρώπους με το φόρεμα με τις λωρίδες. Με πήρε μια μεγάλη έκπληξη. Σκέφτηκα, τι είναι εδώ, φυλακή;», διηγείται ο κ. Αελιών. Σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή τους, οι ναζί τούς χώρισαν σε τέσσερις ομάδες: μία για άνδρες 17-50 ετών που μπορούσαν να εργαστούν, μία για γυναίκες 17-50 ετών χωρίς παιδιά, μία για νεαρούς και γέρους και μία για ηλικιωμένες γυναίκες και γυναίκες με παιδιά. Ο ίδιος με τον θείο του μπήκαν σε μία ομάδα, ο παππούς του πήγε με τους γέρους, οι γυναίκες, η μητέρα, η θεία και η γιαγιά του, μαζί.
Για τη 15χρονη αδερφή του, τη Νίνα, η οικογένεια προβληματίστηκε. «Στο τέλος είπαμε να πάει με τις άλλες γυναίκες της οικογένειας για να είναι όλες μαζί, και έτσι χωρίς να το ξέρουμε την καταδικάσαμε σε θάνατο». Όπως έμαθε αργότερα, την πρώτη κιόλας νύχτα, η αδερφή του θανατώθηκε στους θαλάμους αερίων. Σε εκείνο το σημείο, ο κ. Αελιών έκανε παύση. Έβγαλε ένα άλλο χαρτί και διάβασε ένα ποίημα που έγραψε για την αδερφή του, το «La Djovenika al Lager», που στην ισπανοεβραϊκή γλώσσα Ladino που μιλούσαν οι Εβραίοι των Βαλκανίων θα πει «Η κοπελίτσα στο στρατόπεδο»: «Η όμορφη κοπέλα, κορούλα αγαπημένη, που οι γονείς την είχαν στα πούπουλα βαλμένη, την ντύναν’ με μετάξι, τη στόλιζαν χρυσάφι, μακριά την εκρατούσαν από κακό κι αγκάθι. Οι Γερμανοί μια μέρα απ’ τη φωλιά την πήραν, με μάνα και πατέρα, στο λάγκερ (σ.σ.: στρατόπεδο) την εσύραν. Ημέρες νύχτες έξι τους κράτησαν κλεισμένους σε σκοτεινά βαγόνια και απομονωμένους. Μα σαν στο Μπιρκενάου, το λάγκερ του θανάτου, την εβάλαν, η τύχη της αλλάχτηκε. Χωρίς να καταλάβει αυτά που της συμβαίνουν, γυμνή στο μπάνιο είναι και την απολυμαίνουν. Κραυγάζουν και τη βλέπουν πρωί και μεσημέρι, το όνομά της τώρα, ο αριθμός στο χέρι».
Η ομάδα του ιδίου, περίπου 500 άτομα, κατευθύνθηκε πεζή 3-4 χιλιόμετρα στο στρατόπεδο, που αργότερα έμαθαν πως ήταν το Άουσβιτς. Θυμάται που πέρασε κάτω από τη θύρα με την επιγραφή «Arbeit Macht Frei» («Η εργασία ελευθερώνει»). Θυμάται τα τριώροφα μπλοκ με τα μπάνια, όπου τους διέταξαν να γδυθούν, να παραδώσουν ό,τι προσωπικό αντικείμενο είχαν πάνω τους (δαχτυλίδια, πορτοφόλια, χρήματα) εκτός από τα παπούτσια, κι έπειτα, σαν να ήταν σε μια εργοστασιακή ζώνη μεταφοράς, όπως περιγράφει, θυμάται να πηγαίνει από σταθμό σε σταθμό – «κάνω ντους, μου κόβουν τα μαλλιά, με απολυμαίνουν και στο τέλος, στην άλλη άκρη της καλύβας, μου δίνουν εσώρουχα και ένα πανταλόνι κι ένα σακάκι (όχι μετρημένα) και έναν μπερέ. Ντύνομαι, κοντά μου ο θείος μου, τον κοιτάζω, με κοιτάζει δεν πιστεύουμε τι βλέπουμε. Είμαστε εμείς;». Στη συνέχεια, τους διέταξαν να κοιμηθούν στο μπλοκ 8Α, έναν θάλαμο με τρεις σειρές από ξύλινα κρεβάτια. Κανείς δεν ήξερε πού βρίσκονταν και γιατί. Το επόμενο πρωί, ξύπνησαν με φωνές. «Σηκωθείτε! Έξω από τα κρεβάτια!». Οι μπλοκάρχες, φυλακισμένοι κι αυτοί, σέρνουν και χτυπούν όποιον δεν σηκώνεται γρήγορα ή αντιστέκεται. Τους βγάζουν έξω στο κρύο. Τους μοιράζουν από μια κατσαρόλα, τσάι, ένα τέταρτο ψωμί και ένα κομματάκι τυρί και, αφού φάνε, τους διατάζουν να τακτοποιηθούν σε δεκάδες και να κάνουν ασκήσεις. «Οι διαταγές είναι στα γερμανικά, γλώσσα που δεν την ξέραμε. Την πρώτη φορά μάς μεταφράζουν τις διαταγές – προσοχή, ανάπαυση, βγάλετε τον μπερέ (αυτό έπρεπε να το κάνουμε όταν βλέπαμε έναν στρατιώτη, έναν SS) φοράτε το μπερέ κτλ».
Έμαθε γρήγορα τις λέξεις για να μην τρώει ξύλο. Τη δεύτερη μέρα, τους χάραξαν τον αριθμό στο μπράτσο. Ο Μωσέ Αελιών ήταν στο εξής ο κατάδικος Ν. 114923. Ο ίδιος αριθμός γραμμένος και σε μια άσπρη ταινία, ραμμένη στο σακάκι και στο παντελόνι. Στις ταινίες των Ελλήνων Εβραίων υπήρχε επίσης ένα αστέρι του Δαυίδ μισό κόκκινο-μισό κίτρινο με το γράμμα G – από το Grieche, που θα πει Έλληνας. Στο Άουσβιτς, του έδωσαν μια ομάδα (κομάντο) με την οποία έπρεπε να σκάψουν κανάλια υπονόμων. Τους επόπτευαν διαρκώς οι φοραρμπάιτερ, φυλακισμένοι που τους διέτασσαν να εργάζονται γρήγορα κι αδιάκοπα, διαφορετικά, τους χτυπούσαν. Έπειτα εργάστηκε σε ένα κομάντο κηπουρικής, μεταφέροντας χώμα με χειράμαξα – για το υγρό έδαφος της Πολωνίας, ήταν μια πολύ δύσκολη δουλειά. Κάθε πρωί, ξυπνούσαν στις 5:30, έπιναν μισό λίτρο τσάι ή καφέ, εργάζονταν, το μεσημέρι έτρωγαν ένα λίτρο σούπας με πατάτες ή λάχανο, όπου κατά κανόνα αυτός που μοίραζε με την κουτάλα, φύλαγε το κάτω μέρος του βαρελιού για τον επικεφαλής της ομάδας, τον κάπο και τους επόπτες, δίνοντας στους υπόλοιπους το υγρό που περίσσευε, και το βράδυ 250 γραμμάρια ψωμί με ένα κουταλάκι μαρμελάδα ή ένα κομμάτι τυρί και μισό λίτρο καφέ ή τσάι. Σταδιακά, ένας-ένας οι κατάδικοι γίνονταν «μούζελμαν», δηλαδή σκελετωμένοι, από τη σκληρή δουλειά και την ασιτία, και τότε τους σκότωναν.

moshe_torture_place

Η οικογένεια
Ο Μωσέ Αελιών ήταν περίπου δυο μήνες στο Άουσβιτς, όταν συνάντησε έναν φίλο από τη Θεσσαλονίκη, συμμαθητή του στην ίδια τάξη στο γυμνάσιο. «Χαρήκαμε. Του διηγήθηκα όσα πέρασα. Αυτός μου είπε ότι τον έφεραν 2-3 μέρες πριν από το Μπιρκενάου, ένα λάγκερ 4 χιλιόμετρα από το Άουσβιτς. Δεν ξέρω πώς, ήξερα ότι τις οικογένειές μας τις είχαν πάρει στο Μπιρκενάου. Τον ερώτησα, είδες τη μητέρα μου, την αδελφή μου; Με κοίταξε και μου είπε, δεν τις είδα. Πώς γίνεται, τον ρωτάω, είναι εκεί τόσο μεγάλο μέρος; Δεν μπορούσα να τις δω, μου απαντάει, οι Γερμανοί τις σκότωσαν. Τι λες; τον ερώτησα, μη πιστεύοντας στα όσα λέει. Τότε μου λέει, στο Μπιρκενάου υπάρχουν τέσσερα κτήρια που το καθένα περιέχει έναν θάλαμο αερίων όπου πνίγουν ανθρώπους και ένα κρεματόριο με πολλούς φούρνους όπου καίνε αυτούς που θανάτωσαν. Τις οικογένειές μας τις θανάτωσαν και τις έκαψαν τη μέρα που φτάσαμε! Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Οι Γερμανοί, ένας από τους πιο πολιτισμένους λαούς του κόσμου, μπορούν να κάνουν ένα τέτοιο έγκλημα; Χωριστήκαμε, και ακόμη δεν τον πίστευα. Κι όμως, πολύ γρήγορα έμαθα την αλήθεια. Έκλαψα. Ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω».
Ύστερα από λίγο καιρό, ο κ. Μωσέ έπαθε μόλυνση στο αφτί και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για εγχείρηση. Σε ένα χειρουργικό κρεβάτι, ένας αξιωματικός γιατρός των SS μαζί με νοσοκόμους τον έδεσαν και του έσπασαν το κρανίο με σφυρί και σμίλη, χωρίς αναισθησία. Θυμάται τους φριχτούς πόνους και τις κραυγές του. Έμεινε στο νοσοκομείο δυο μέρες και, όπως λέει, η εγχείρηση χρησίμευσε ως άσκηση για τον χειρουργό: κι αν ο άρρωστος πέθαινε, κανένας δεν θα νοιαζόταν.
Όταν ξαναβρήκε τις δυνάμεις του, σηκώθηκε να περπατήσει στον θάλαμο κι εκεί τον πλησίασε ένας άρρωστος Πολωνός. Τον ρώτησε αν μπορούσε να του διδάξει τα Νέα Ελληνικά. Στην αρχή απόρησε, «μα εδώ στο λάγκερ;», κι ύστερα άρχισε, μαθαίνοντάς του πρώτα απλές λέξεις – κρεβάτι, κουτάλι, καρέκλα κτλ. Ο Πολωνός τον αντάμειψε με ένα κομμάτι ψωμί – πράμα δυσεύρετο στα λάγκερ. Συνέχισε τα μαθήματα για ενάμιση χρόνο, εξασφαλίζοντας έτσι πρόσθετη τροφή. Αργότερα, έμαθε ότι ήταν πολιτικός κατάδικος, πολύ σπουδαίο πρόσωπο, καλόγερος που ήξερε τα αρχαία ελληνικά κι ο οποίος, αφού επέζησε από το Άουσβιτς, γύρισε στην Πολωνία.

Η εξόντωση
Κατά καιρούς, οι SS διάλεγαν τους μουζελμάνους, τους πιο αδύναμους από τους κατάδικους, και τους έστελναν για εξόντωση. Επισήμως, έλεγαν πως τους έστελναν στα σανατόρια για να δυναμώσουν. Αυτό συνέβαινε πιο συχνά στις εβραϊκές γιορτές. Τον Σεπτέμβρη του ’43, στην εβραϊκή πρωτοχρονιά, ο Μωσέ Αελιών θυμάται που βρέθηκε στο νοσοκομείο με φλεγμονές στο δέρμα.
Δύο γιατροί SS και ο κατάδικος γιατρός του μπλοκ διέταξαν όλους τους Εβραίους να συγκεντρωθούν και ένας-ένας να βγάζουν τη ρόμπα τους μπροστά στους γιατρούς. Εκείνοι τους εξέταζαν σε όλες τις πλευρές, τους άγγιζαν τα μπράτσα για να δουν την κατάσταση των μυών τους και τους διέταζαν να ντυθούν και να επιστρέψουν στο κρεβάτι τους. Ύστερα, οι γιατροί έβαζαν την κάρτα του κατάδικου σε μια από τις δύο στοίβες καρτών πάνω στο τραπέζι. «Όλοι ξέραμε ότι σε μια στοίβα βρίσκονταν οι κάρτες αυτών που θα τους θανάτωναν και στην άλλη οι κάρτες αυτών που για την ώρα θα τους άφηναν να ζουν, αλλά δεν ξέραμε τον σκοπό κάθε στοίβας». Εννιά μέρες μετά, μόλις βράδιασε, ξημερώματα της πιο σημαντικής θρησκευτικής μέρας των Εβραίων, της μέρας της εξιλέωσης, μπήκαν στον θάλαμο οι SS και φώναξαν 100 ονόματα για το «σανατόριο». «Αυτός που φώναζαν τον αριθμό του ή έκλαιγε ή κραύγαζε ή πήγαινε σιωπηλά. ‘Όταν όλοι ήταν έτοιμοι, τους έβγαλαν έξω, τους έβαλαν σε φορτηγά και ξεκίνησαν. Μπορείτε να φανταστείτε τι αισθανόμουν όταν αυτά τελείωσαν», λέει ο Μωσέ Αελιών, που εκείνη τη νύχτα δεν άκουσε το νούμερο 114923.
Από το νοσοκομείο βρέθηκε, τον χειμώνα του 1943-1944, στο σχολείο κατασκευαστών. Εκεί οι όροι ήταν καλύτεροι. Τον Απρίλη του ’44 ήταν στο κομάντο των κτιστών, όταν έφτασαν τα πρώτα νέα πως οι Γερμανοί υποχωρούν στο ανατολικό και δυτικό μέτωπο, είδηση που τους έδωσε μια ελπίδα. Εκεί, γνώρισε και τη Σουλτάνα, μια γυναίκα από τη Θεσσαλονίκη, που τον αναγνώρισε μια μέρα, όπως πήγαινε για δουλειά. Ήταν μια νεαρή που κατοικούσε κοντά στο σπίτι του. Με τη βοήθεια ενός γνωστού που μετέφερε τα γράμματα, άρχισαν να αλληλογραφούν. Σε κάποιο γράμμα, η Σουλτάνα τού είχε γράψει πως έχασε κάθε ελπίδα ότι θα επιβιώσει.
Της έστειλε ένα γράμμα ενθαρρυντικό, όμως το ίδιο βράδυ ο αγγελιοφόρος του είπε ότι του έκαναν έρευνα, βρήκαν το γράμμα κι αυτός ήταν υποχρεωμένος να πει ποιος ήταν ο συντάκτης, μιας και η αλληλογραφία μεταξύ καταδίκων απαγορευόταν αυστηρά στα λάγκερ. Η τιμωρία του από τον «δικαστή» των SS ήταν μεταβίβαση σε κομάντο τιμωρίας, όπου η δουλειά ήταν πολύ δύσκολη και ο ξυλοδαρμός πολύ συχνός, και 20 μαστιγιές στην πλάτη. Από το ξύλο, για κάμποσες μέρες, δεν μπορούσε να περπατήσει, έπρεπε όμως να επιστρέψει στη δουλειά. Με τη βοήθεια ενός γνωστού βγήκε από το κομάντο τιμωρίας, ενώ γύρω τους το κλίμα άλλαζε: ήταν Νοέμβρης του ’44 κι οι Γερμανοί υποχωρούσαν στο μέτωπο και εκκένωναν κτήρια πέριξ του Άουσβιτς. Τον Ιανουάριο του 1945 άρχισαν να διώχνουν και κατάδικους. Ο Μωσέ κι ο φίλος του Μπίνιο βγήκαν από το Άουσβιτς με την τελευταία αποστολή, στις 21/1/1945.

Πορεία θανάτου
Η έξοδος από το στρατόπεδο εξοντώσεως ήταν μια καλή είδηση από μόνη της, όμως οι συνθήκες έξω από αυτό δεν ήταν καλύτερες: όσοι είχαν γλυτώσει έπρεπε να περπατήσουν μες στο χιόνι και το κρύο, -20 βαθμούς. Η πορεία τους έφτανε το 1,5 χλμ. και στα πλάγιά τους υπήρχαν οπλισμένοι στρατιώτες SS. Στις δυο-τρεις ώρες, κάποιοι άρχιζαν να καταρρέουν κι οι Γερμανοί τούς ντουφέκιζαν επιτόπου. Τη νύχτα σταματούσαν και το άλλο πρωί συνέχιζαν, χωρίς τροφή ή νερό. Τη δεύτερη μέρα έφτασαν στα σύνορα Πολωνίας – Τσεχοσλοβακίας. Ήταν το τέλος της πορείας. Τους ανέβασαν σε ένα τρένο με ανοιχτά βαγόνια.
Ώς τότε είχαν σκοτώσει εκατοντάδες καταδίκους. Ύστερα από τρεις μέρες στο τρένο, χωρίς τροφή ή νερό, έφτασαν στο κεντρικό λάγκερ Μαουτχάουζεν, στην Αυστρία. Τους μοίρασαν νέους αριθμούς – ο Μωσέ ήταν πια το Ν. 116505. Τα κρεβάτια λίγα, οι μερίδες φαγητού λειψές, η πείνα μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Ύστερα από τρεις μέρες τούς έστειλαν στο Μελκ, κοντά στον Δούναβη.
Τους είχαν σε σκηνές, γεμάτους ψείρες, και πηγαινοέρχονταν με τρένο στα εργοτάξιο, σκάβοντας σήραγγες. Τέλος του Απρίλη του ’45, καθώς οι Ρώσοι πλησίαζαν, το λάγκερ εκκενώθηκε. Τους ανέβασαν σε μικρά πλοία και ύστερα από δύο μέρες εν πλω στον Δούναβη έφτασαν στην πόλη Λιντς. Εκεί ξεκίνησε νέα πορεία, για τέσσερις μέρες. Οι φρουροί δεν ήταν πια SS, αλλά ενήλικοι στρατιώτες του γερμανικού στρατού, που παρατούσαν απλώς, χωρίς να σκοτώνουν, όποιον έπεφτε. Την τέταρτη μέρα έφτασαν στο Έμπενζε, όπου οι συνθήκες ήταν ακόμη χειρότερες. Τους έβαζαν να αδειάζουν βαγόνια σε έναν βομβαρδισμένο σταθμό. Έτρωγαν ό,τι έβρισκαν – από άψητο ρύζι και φασόλια μέχρι κάρβουνο.
Την 1η Μαΐου άκουσαν ότι ο Χίτλερ πέθανε, όμως δεν το πίστεψαν. Την επόμενη μέρα σταμάτησαν να τους παίρνουν για δουλειά. «Την Παρασκευή 4 Μαΐου 1945 ο διοικητής του λάγκερ ανακοίνωσε ότι την επομένη θα γίνει προσκλητήριο στην κεντρική πλατεία του λάγκερ. Τότε μπήκε στην καλύβα μας ένας φυλακισμένος VIP και μας είπε ότι αν ο διοικητής θα μας προτείνει κατά το προσκλητήριο να μπούμε στα μπούνκερ κοντά στο στρατόπεδο να πούμε ότι δεν θέλουμε. Και έτσι ήταν. Όταν την επομένη το είπε αυτό ο διοικητής, φωνάξαμε χιλιάδες άνθρωποι. Ο διοικητής με τους στρατιώτες έφυγαν χωρίς να πούνε τίποτε. Την άλλη μέρα, Κυριακή, κατά το μεσημέρι μπήκαν τρία τανκς αμερικάνικα. Θέλαμε να τα αγγίξουμε. Ένα από αυτά είχε την ελληνική σημαία πάνω, ήταν ένας Έλληνας στρατιώτης μέσα. Ήμασταν άρρωστοι, αλλά ελεύθεροι».

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 10/2/2013.

moshe_haelion_old_auswitz

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s