Τα ημερομήνια

*Η Χρύστα Ντζάνη αποχαιρετά τη γιαγιά της με μια ιστορία της κυπριακής γης

praitori_trygos

Κάθε χρόνο τον Αύγουστο, η γιαγιά μου η παπαδιά έπιανε τα δεφτέρια της κι έβγαινε στο μπαλκόνι να παρακολουθήσει τον καιρό. Ήταν μια παχουλή γυναίκα με κατάλευκη επιδερμίδα, δροσερό στρογγυλό πρόσωπο και κάτασπρα μαλλιά, απόφοιτος μονάχα δημοτικού, μα που φρόντιζε να εμπλουτίζει τη λαϊκή της σοφία διαβάζοντας συνέχεια εκκλησιαστικά βιβλία και τις Γραφές. Τον Αύγουστο όμως η γιαγιά παρατούσε και τα βιβλία και τα κεντήματα και στρωνόταν στην εθιμική μετεωρολογία.

Κάποιο δροσερό βράδυ του Σεπτέμβρη έτυχε να κοιμηθώ μαζί της και ζήτησα κληρονομικώ δικαίω να μου διδάξει τη μυστική της τέχνη. “Τον Αύγουστο”, ξεκίνησε, “μετράς που τες τρεις ώς τες δεκαπέντε τους δώδεκα μήνες. Ο πρώτος μήνας που μετράς εν ο ίδιος ο Αύγουστος. Στες τρεις, αν το πρωί βρέχει ας πούμε και το βράδυ έχει ξαστεριά, τότε ο Αύγουστος ούλλος έτσι εν να πάει: Τες πρώτες μέρες θα βρέχει τζι’ ύστερα εν να κάμει ήλιον”.
Κι έπειτα έπιασε τα φεγγάρια. “Στις αρχές που εν να γίνει το φεγγάρι1 ο καιρός ανακατώνεται, έχει κάποιαν αναταραχή, έχει συννεφιά ή κρύο ή πολλήν ζέστη, για οχτώ μέρες. Στες οχτώ αλλάσσει πάλι ο καιρός, κάμνει μια διαφορά στις δεκαπέντε μέρες που εν να γίνει πανσέληνος και στις εικοσιδυο-εικοστρείς πάλι κάμνει διαφορά. Λοιπόν, κάθε οχτώ μέρες αλλάσσει ο καιρός. Εμείς παρακολουθούσαμεν τα τούτα που ‘χαμεν αμπέλια και εκρεμούμαστεν που τον καιρό. Έτσι καιρό όπως τωρά, μαζεύαμεν τα σταφύλια τζι’ εβάλλαμέν τα σε νερό και λάδι να γενούν σταφίδκια. Ήτουν σε καυτό νερό, για καμμιάν ώρα με το λάδι τζαι τη λεόμενη “ποτάσα” τζαι μετά απλώναμέν τα στα χωράφκια να ψηθούν και έπειτα εβάλαμέν τα σε κοφίνες. Εθωρούσαμεν τον καιρό τζαι έπιανέν μας καημός, αν τα έπιανε νερό, εχάναμέν τα. Μια φορά έβρεξε τζαι επήρεν τα τζι επήεν τα πέρα σ’ άλλο χωράφι. Εκρεμούμασταν που τον καιρό.

Η μακαρισμένη η μάνα μου ήξερέν τα τούτα τζι’ έρκουνταν οι γυναίκες του χωρκού να μάθουν ίντα που εν να κάμει αύριο ο καιρός”, είπε θυμούμενη τη μάμα της την Τζιοβαννού που κάποιο φεγγάρι δακρυσμένη ψιθύρισε πως της τη θυμίζω πολύ. Κι ύστερα εγώ σημείωσα τα ημερομήνια να τα θυμούμαι, σάμπως να ‘χουν μια αιώνια διαδοχή οι προφορικές μας παραδόσεις.
[Από προφορική αφήγηση της γιαγιάς μου, Χρυστάλλας Δημητρίου Μεταξωτού (1928-2013) από το Πραιτώρι της Πάφου]

*“Στις αρχές που εν να γίνει το φεγγάρι”: Τις πρώτες μέρες της Νέας Σελήνης

*Δημοσιεύτηκε στο «Παράθυρο» του «Πολίτη» στις 11/2/2013.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s