Καλύτερο στον κόσμο το κυπριακό μέλι

Χάρη στο φυσικό περιβάλλον, το κλίμα και την έλλειψη βιομηχανίας

jiverti_production_zoom

Πέντε γενιές μελισσοκόμων μετρά μέχρι σήμερα η οικογένεια Παπακώστα, από την Αγία Τριάδα Καρπασίας, που εδρεύει στην Περιστερώνα. Ο Δημήτρης Παπακώστας, ο νεότερος μελισσοκόμος της οικογένειας, παρέλαβε πρόσφατα στην Ουκρανία το βραβείο καλύτερου μελιού στον κόσμο για το Τζιβέρτι τους. Στον διαγωνισμό World Bee Keeping Awards, όπου συμμετείχαν 112 μέλια από 25 χώρες, η εταιρεία Honeymell με το μέλι ανθέων και το μέλι θυμαριού πήρε δύο χρυσά μετάλλια στις έξι κατηγορίες που είχαν χωριστεί τα διαγωνιζόμενα μέλια, ανάλογα με το χρώμα τους. Από τον «τελικό», ανάμεσα στα έξι καλύτερα μέλια, της απονεμήθηκε το βραβείο του καλύτερου μελιού στον κόσμο. Δεν ήταν το πρώτο διεθνές βραβείο για το Τζιβέρτι. Το 2009 στον ίδιο διαγωνισμό στη Γαλλία πήραν το χάλκινο μετάλλιο για το μέλι ανθέων και στις Βρυξέλλες διεθνές βραβείο ανώτερης γεύσης και έναν χρόνο μετά, στη Σλοβενία, χρυσό και αργυρό μετάλλιο στον διαγωνισμό Apimedica & Apiquality.

Στο εξωτερικό πάντως βραβεύεται με την επωνυμία «Honeymell», που είναι το όνομα της εταιρείας, γιατί έχει αποδειχτεί πολύ δύσκολο για τους ξένους να προφέρουν σωστά το Τζιβέρτι, που είναι η παλιά κυπριακή λέξη (<μεσν. κυβέρτιον) για την κυψέλη, ένα πήλινο κυλινδρικό σκεύασμα που χρησιμοποιούσαν οι μελισσοκόμοι ώς τη δεκαετία του ’50. Καθώς η οικογενειακή παράδοση πάει πίσω πέντε γενιές, οι πρωτεργάτες είχαν προλάβει το τζυβέρτι: Ο παππούς του Δημήτρη Παπακώστα είχε κληρονομήσει την τέχνη της μελισσοκομίας και τα μελίσσια από τον πατέρα του, που τα ‘χε πάρει από τον πεθερό του, που με τη σειρά του είχε μάθει από τον πατέρα του. Τη δεκαετία του ’80, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Περιστερώνα, για να μπορούν οι μέλισσες να εκμεταλλεύονται τις άφθονες πορτοκαλιές της γειτονικής Μόρφου.
Σήμερα, το μέλι από άνθη πορτοκαλιού είναι το πιο δύσκολο, καθώς πολλά από τα δέντρα έχουν εκριζωθεί. Η παραγωγή επικεντρώνεται κυρίως στα μέλια θυμαριού, ευκαλύπτου και ανθέων. Ξεκινά από την κυψέλη, καθώς με 2.000 μελίσσια παγκύπρια, το Τζιβέρτι αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη μελισσοκομική μονάδα της χώρας, και φτάνει ώς την εμφιάλωση, στους δικούς τους χώρους, 100.000 φιαλών μελιού τον χρόνο. Τα μελίσσια τους βρίσκονται σε ημιορεινές περιοχές, στη Λευκωσία και στη Λεμεσό, αν και μετακινούνται συνεχώς. «Τρέχουμε τις ανθοφορίες από πίσω. Όταν κάνει καλό καιρό, αν βρέξει π.χ. στην περιοχή μας εδώ, θα μεταφέρουμε κάποια μελίσσια της Λεμεσού εδώ, γιατί εδώ υπάρχει περισσότερη ανθοφορία. Και αντίστροφα. Οι μελισσοκόμοι προσπαθούν να βρουν τις ανθοφορίες. Θέλουμε προγραμματιστή να κάνει τον καιρό όπως θέλουμε, αλλά δεν γίνεται. Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία βλέπουν ακόμα τα μερομήνια. Ειδικά τον καιρό της ανθοφορίας θέλουμε υγρασία – όταν έχει υγρασία υπάρχει παραγωγή μελιού, γιατί εκκρίνουν νέκταρ τα φυτά. Όχι πολύ άνεμο γιατί στεγνώνει φυτό και δυσκολεύεται να πετάξει η μέλισσα. Δεν θέλουμε βροχή την ώρα της ανθοφορίας, θέλουμε πριν. Βασικά θέλουμε Θεό δικό μας!», εξηγεί ο Δημήτρης Παπακώστας, σημειώνοντας πως οι καιρικές συνθήκες είναι ο βασικός παράγοντας για τις αυξομειώσεις στην ετήσια παραγωγή μελιού. 

Το καλό μέλι

Στη συνάντησή μας στην παραγωγική μονάδα της οικογένειας, στην Περιστερώνα, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το τι συνιστά το «καλό μέλι». «Πρώτα-πρώτα το φυσικό περιβάλλον», λέει ο Δημήτρης Παπακώστας. «Στην Κύπρο είμαστε τυχεροί γιατί έχουμε πολύ καλό φυσικό περιβάλλον και φυτά που δίνουν γευστικά μέλια. Για παράδειγμα, το θυμάρι, η μυροφόρα (άγρια λεβάντα), το άγριο λασμαρί, ο ευκάλυπτος κ.ά. αρωματικά φυτά τα οποία δίνουν πολύ γευστικά και αρωματικά μέλια. Το θερμό κλίμα της Κύπρου συμβάλλει».
Το άλλο κομμάτι είναι οι σωστές μελισσοκομικές πρακτικές που πρέπει να εφαρμόζει ο μελισσοκόμος για να προσέχει την ποιότητά του. Ρωτώ ειδικότερα για το επίμαχο θέμα της νόθευσης του μελιού από τη ζάχαρη που συχνά ορισμένοι μελισσοκόμοι ταΐζουν αφειδώλευτα το μελίσσι. «Η ζάχαρη νοθεύει το μέλι αν το κάνεις όταν δεν χρειάζεται και με λάθος τρόπο», εξηγεί ο Δημήτρης Παπακώστας. «Ο μελισσοκόμος στην ουσία ‘κλέβει’ το μέλι από τις μέλισσες. Είναι η τροφή τους. Το φυλάνε το καλοκαίρι για να επιβιώσουν τον χειμώνα. Για αυτό ο μελισσοκόμος δεν πρέπει να το παίρνει όλο, πρέπει να αφήνει μια ποσότητα και πρέπει να τις προσέχει, ώστε να επιβιώσουν τον χειμώνα που δεν υπάρχουν προμήθειες. Σε κάποιες περιπτώσεις τον χειμώνα, όταν είναι δύσκολες οι συνθήκες, πρέπει να βάζει ζαχαροζύμαρο, για να επιβιώσουν οι μέλισσες. Αυτή είναι η αλήθεια και αυτό εφαρμόζουν όλοι οι μελισσοκόμοι παγκόσμια. Είτε αφήνοντας μέλι μέσα, κάποιες προμήθειες, είτε όταν γίνει ο βαρύς χειμώνας αναγκαστικά τις τροφοδοτούν για να επιβιώσουν. Εμείς μπαίνουμε σε αυτή τη διαδικασία πολύ σπάνια, διότι αφήνουμε μέλι μέσα όταν τρυγούμε και, αν δεν πάνε καλά τα πράματα τον χειμώνα, τότε αναγκαστικά θα τροφοδοτήσουμε. Αλλά αυτό δεν επηρεάζει καθόλου την ποιότητα. Γιατί θα το φάνε τον χειμώνα, θα μπει ο Φλεβάρης, Μάρτης και τότε ξεκινά η ανθοφορία, τρώνε και αρχίζουν τέλος Απριλίου να αποθηκεύουν τις προμήθειές τους. Μέχρι τότε δεν υπάρχει τίποτε μέσα. Εξαρτάται ποιος το κάνει και πώς το κάνει. Το ‘εγώ δεν τροφοδοτώ’ είναι και λίγο ψέμα». Γενικά, σημειώνει, οι μέλισσες συλλέγουν πάντα άριστο μέλι, δεν είναι η μία καλύτερη από την άλλη. Είναι ο μελισσοκόμος που πρέπει να κάνει τα λιγότερα λάθη στη διαδικασία για να καταφέρει να πάρει αυτό το άριστο προϊόν που παράγει η μέλισσα. Θα πρέπει να αλλάζει συχνά τις κηρήθρες, να φροντίζει για τη σωστή τροφοδοσία του μελισσιού όταν και εφόσον χρειάζεται. Να μην χρησιμοποιεί φάρμακα που δεν πρέπει, ούτε και υπερβολικό καπνό. Αυτά σε ό,τι αφορά στον παραγωγό. Γιατί ο καταναλωτής, για να επιλέξει το καλό μέλι, πρέπει να έχει την ανάλογη εμπειρία. Στην Κύπρο, κατά κανόνα το μέλι είναι παχύρρευστο, διότι λόγω υψηλής θερμοκρασίας έχει λιγότερο νερό από το αντίστοιχο που παράγεται σε πιο υγρά κλίματα του βορρά. «Ο καταναλωτής για να μπορεί να ξεχωρίσει γεύσεις, πρέπει να ‘χει συνηθίσει να τρώει τη σωστή γεύση», λέει ο κ. Παπακώστας. «Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μελισσοκόμων επισκέφτηκε κάποια στιγμή το ΤΕΠΑΚ και τους πήρε εσκεμμένα ορισμένα μέλια που δεν ήταν καλά και αυτά ήταν που τους άρεσαν, γιατί αυτά είχαν συνηθίσει».
jiverti_prize

Οι μέλισσες σε κίνδυνο

Παρά τη συζήτηση που εδραιώνεται στη χώρα μας για την παραμέληση της γεωργίας τα τελευταία χρόνια, η μελισσοκομία ανθεί: με 40.000 περίπου κυψέλες και 550 μελισσοκόμους που όλο και αυξάνονται, η Κύπρος έχει σήμερα έναν από τους μεγαλύτερους αριθμούς μελισσιών ανά έκταση στην Ευρώπη. «Αυτό είναι και ένδειξη καλού φυσικού περιβάλλοντος, διότι δεν έχουμε βαριά βιομηχανία, μόλυνση. Δεν έχουμε σε τόση ένταση τη γεωργία και τα νεονικοτινοειδή, τα οποία είναι κατάλοιπα φαρμάκων που μένουν στο έδαφος και προκαλούν προβλήματα στις μέλισσες, οδηγώντας τες σε εξαφάνιση», σημειώνει ο κ. Παπακώστας. Παγκοσμίως, οι μέλισσες βρίσκονται σε κίνδυνο. Και ο ίδιος σημειώνει πως η μεγαλύτερη προσφορά της μέλισσας δεν είναι το μέλι, αλλά η επικονίαση: η γονιμοποίηση δηλαδή των φυτών, στην οποία οι μέλισσες έχουν πολύ ενεργό ρόλο, καθώς δρουν ως μεταφορείς της γύρης. «Το ένα τρίτο όσων τρώμε παράγεται με την επικονίαση που κάνουν οι μέλισσες. Χωρίς μέλισσες δεν θα υπάρχουν αμύγδαλα, καφές κ.ά. Υπάρχουν τρόφιμα που δεν θα έχουμε αν δεν υπάρχουν μέλισσες. Στην Κίνα, σε μια περιοχή υπήρχαν πολλά πουλιά που έτρωγαν τα φρούτα. Σκότωσαν όλα τα πουλιά, έμειναν πολλά έντομα. Ψέκασαν τα έντομα και σκότωσαν τις μέλισσες. Και τώρα επικονιάζουν οι άνθρωποι τα δέντρα για να γίνει φρούτο και πουλούν γύρη στις υπεραγορές», σημειώνει. Στην Κύπρο, οι παράγοντες κινδύνου είναι λιγότεροι, αλλά υπαρκτοί: οι πόλεις επεκτείνονται σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος. Κάθε καλοκαίρι καίγονται κάποια στρέμματα γης, ενώ αρκετοί είναι αυτοί που κόβουν ανεξέλεγκτα δέντρα, ευκαλύπτους, μοσφιλιές και χαρουπιές, τα οποία παράγουν νέκταρ και γύρη, με αποτέλεσμα να έχουν μειωθεί τα φυτά που τροφοδοτούν τις μέλισσες.

 

Πόσο κυπριακό είναι το μέλι;

Αν και το κυπριακό μέλι είναι αποδεδειγμένα απ’ τα καλύτερα στον κόσμο, εντούτοις συχνά οι καταναλωτές προτιμούν το εισαγόμενο, χωρίς να γνωρίζουν πάντα ότι δεν έχει παραχθεί εδώ. «Το κοινό δεν μπορεί να αναγνωρίσει εύκολα το εισαγόμενο. Όταν το μέλι γράφει στην ετικέτα του π.χ. ένα τοπωνύμιο κυπριακό, αλλά πίσω με μικρά γράμματα γράφει ‘ευρωπαϊκό προϊόν’, λες εντάξει, ‘η Κύπρος είναι στην Ευρώπη’ και τότε θα νομίζεις ότι είναι μέλι από κείνο το χωριό. Αλλά δεν είναι». Αν και ο κ. Παπακώστας τονίζει πως αυτό είναι νόμιμο, εντούτοις προκύπτουν σίγουρα θέματα ηθικής και παραπλάνησης του καταναλωτή. Κάτι για το οποίο ο νόμος αφήνει «παραθυράκια». «Αυτή η πρακτική είναι νόμιμη. Δεν μπορεί να τους πάρει κάποιος στα δικαστήρια. Αντίθετα, εμείς που γράφουμε πάνω ‘κυπριακό μέλι’, αν το νοθεύσουμε, μπορούν να μας πιάσουν. Στις υπεραγορές πάντως το μόνο κυπριακό μέλι σε όλη την Κύπρο είναι το Τζιβέρτι. Υπάρχουν και άλλα τοπικά, που τα βάζουν όμως τοπικές υπεραγορές. Είναι δύσκολο να μπεις στις υπεραγορές, πρέπει να έχεις μεγάλες ποσότητες και χαμηλό κέρδος, γιατί μεσολαβεί διανομέας, προμηθευτής κτλ. Ακόμη πιο δύσκολο, αν θες να κρατήσεις την ποιότητα. Για αυτό επιβίωσαν τα εισαγόμενα στις υπεραγορές, γιατί έχουν χαμηλότερο κόστος, σε άλλες χώρες παράγουν περισσότερο μέλι». Είναι για αυτό που οι μελισσοκόμοι προσπαθούν να φτιάξουν έναν φορέα, ο οποίος θα πιστοποιεί ότι τα μέλια που παράγονται στην Κύπρο είναι όντως κυπριακά. «Αν κάποιος γράψει κυπριακό όνομα και ότι είναι ευρωπαϊκό προϊόν, βρίσκει παραθυράκι και δεν μπορεί να τον πιάσει ο νόμος. Αυτό το κενό θέλουμε να καλύψουμε με την πιστοποίηση. Θα είναι μια ανεξάρτητη εταιρεία που θα ελέγχει πόσο έχουμε παραγάγει, από ποιους άλλους μελισσοκόμους αγοράσαμε, θα συγκρίνει, θα κάνει αιφνίδιους ελέγχους, αναλύσεις στο εργαστήριο και δεν θα μπορείς να ξεφύγεις. Ο κόσμος που αγαπά το μέλι και του αρέσει προτιμά το κυπριακό. Δυστυχώς όμως για τον κόσμο αρκετά από αυτά που τρώει είναι είτε μισά-μισά είτε καθόλου». Όσο για τις δυνατότητες εξαγωγής του καλού κυπριακού μελιού; Αν και οι βραβεύσεις για το Τζιβέρτι ανοίγουν τον δρόμο, εντούτοις είναι εξαιρετικά δύσκολο, διότι η παραγωγή δεν είναι πολύ μεγάλη και οι αγορές μικρές. Το 10-15% της παραγωγής από το Τζιβέρτι εξάγεται σήμερα σε Ντουμπάι, Κουβέιτ, Αίγυπτο και ΗΠΑ, με την επωνυμία Honeymell. Αν και η ποιότητα του κυπριακού μελιού αναγνωρίζεται ως κορυφαία, τα έξοδα της παραγωγής και της εξαγωγής καθιστούν την τιμή του συχνά μη ανταγωνιστική.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 10/11/2013 & στο bostanistas στις 11/11/2013

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s