Τα γλυκά πορτοκάλια του Καράολου

Απ’ τον διωγμό των Εβραίων της Κέρκυρας σε στρατόπεδο στην Αμμόχωστο
20140127_daniel_misan_profile

Ο 79χρονος Δανιήλ Μισάν Ταλμόρ ήταν ένας από τους ελάχιστους Εβραίους της Κέρκυρας που επέζησαν του Ολοκαυτώματος. Μετά τον πόλεμο, κατέληξε σε βρετανικό στρατόπεδο στην Αμμόχωστο

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ*

Δεκαεφτά αδέρφια είχε ο Βιτόριο, ο πατέρας του Δανιήλ Μισάν Ταλμόρ, ενός από τους 4.000 περίπου Εβραίους που ζούσαν στην Κέρκυρα μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οκτώ πέθαναν πριν τον πόλεμο κι άλλα οχτώ στα κρεματόρια. Γλύτωσαν μόνο δύο: η αδερφή του Βιτόριο, που είχε φύγει από νωρίς στην Παλαιστίνη, και ο ίδιος με την οικογένειά του, που κρύφτηκαν από τους Ναζί στην Αλβανία και στη συνέχεια στην Κέρκυρα, για να καταλήξουν στην Κύπρο κι από κει στην Παλαιστίνη. Από τους περίπου 4.000 Εβραίους της Κέρκυρας μόνο 110 επέζησαν και επέστρεψαν στο νησί μετά το Ολοκαύτωμα. Στα 79 του χρόνια, ο Δανιήλ Μισάν Ταλμόρ βρέθηκε πριν από μερικές μέρες στην Κύπρο, για να μιλήσει σε σχολεία για την εμπειρία της επιβίωσης από το Ολοκαύτωμα.
Στο νησί είχε βρεθεί πρώτη φορά μικρό παιδί, μετά τον πόλεμο, όταν οι Βρετανοί σταμάτησαν το πλοίο που τους μετέφερε παράνομα στην αποκλεισμένη Παλαιστίνη και τους μετέφεραν στο στρατόπεδο του Καράολου, στην Αμμόχωστο. Σε μια προσπάθεια να αποκόψουν τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα των Εβραίων από την Ευρώπη προς την Παλαιστίνη μετά τον πόλεμο, οι Βρετανοί σταματούσαν τα πλοία και τους μετέφεραν σε στρατόπεδα της Κύπρου. Το διάστημα 1946-1949, 52.000 Εβραίοι βρέθηκαν εδώ αιχμάλωτοι.

Τους έσωσε το χωριό

Οι Γερμανοί ανέλαβαν την εξουσία της Κέρκυρας από τους Ιταλούς τον Σεπτέμβριο του 1943. Λίγους μήνες μετά, στις 8 Ιουνίου 1944, συγκέντρωσαν όλους τους Εβραίους του νησιού και τους μετέφεραν σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου η πλειονότητά τους εξοντώθηκε. «Ήμασταν η μόνη οικογένεια που το σκάσαμε», μας διηγήθηκε σε καλά ελληνικά ο 79χρονος σήμερα Δανιήλ Μισάν Ταλμόρ, χάρη στη βοήθεια των συγχωριανών τους. Ήταν η μόνη εβραϊκή οικογένεια στους Βελονάδες.
Ο πατέρας του ήταν έμπορος, αλλά είχε μάθει την τέχνη της μαγειρικής και της ζαχαροπλαστικής από τον αδερφό του και μιλούσε ιταλικά, επειδή είχε ζήσει κάποια χρόνια στην Ιταλία. Όταν κατέλαβαν οι Ιταλοί την Κέρκυρα, έφτιαξαν αρχηγείο σε ένα ύψωμα στο χωριό τους. Κι ο πατέρας του, επειδή ήξερε να μαγειρεύει και να μιλά ιταλικά, έγινε ο μάγειράς τους και με αυτόν τον τρόπο κατάφερε στα δύσκολα χρόνια του πολέμου να φτιάχνει τρόφιμα και να τα μοιράζει και στο χωριό.
«Έτσι, μας αγαπούσαν πολύ και ύστερα μας σώσανε και μας φέρνανε εμάς φαΐ», λέει. Τη μέρα που ξεκίνησε ο διωγμός των Εβραίων της Κέρκυρας από τους ναζί, ο πατέρας του είχε ξεκινήσει να πάει στη Χώρα να αγοράσει υφάσματα. Στον δρόμο συνάντησε έναν φίλο και του είπε «πού πας Βιτόριο; Δεν ξέρεις που οι Γερμανοί πιάνουν τους Εβραίους; Γύρισε πίσω!». Επέστρεψε και άρχισαν οι χωριανοί να κάνουν σχέδια πώς να τους σώσουν.
«Οι Γερμανοί είχαν κατάλογο με τα ονόματα των Εβραίων. Ήρθαν στους Βελονάδες και ζήτησαν από την κοινότητα να μας παραδώσει, διαφορετικά θα έκαιγαν όλο το χωριό. Οι χωριανοί τούς απάντησαν ‘άμα σας παραδώσουμε τους Εβραίους, θα τους σκοτώσετε. Άμα κάψετε το χωριό, θα μπορέσουμε να το χτίσουμε πάλι’, κι έτσι δεν μας παρέδωσαν».
20140127_daniel_misan_certificate_for_PalestineΑρχικά, ο ίδιος, τα δυο αδέρφια του κι οι γονείς τους το έσκασαν με μια βάρκα στην Αλβανία. Όμως εκεί δεν είχαν τι να φάνε και σύντομα επέστρεψαν στο νησί. «Κρυβόμασταν σε καλύβια, στα βουνά, κοντά στη θάλασσα, όπου βρίσκαμε κρυβόμασταν και τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε. Μας βοήθησαν να κρυφτούμε και κάθε δεύτερη μέρα αλλάζαμε κρησφύγετο για να μην μας βρουν, γιατί υπήρχαν και προδότες. Μια μέρα οι Γερμανοί φαίνεται ότι είχαν μάθει πού κρυβόμασταν και ήρθαν στην καλύβα να μας πιάσουν. Ακούσαμε την ομιλία τους, μιλούσαν και δυνατά. Ο πατέρας μου κοίταζε από μια τρύπα τι γινόταν. Εκείνη την ώρα η μικρότερη αδερφή μου άρχισε να κλαίει. Η μητέρα μου σκέφτηκε πως αν συνέχιζε να κλαίει θα μας σκότωναν όλους και της έκλεισε το στόμα και τη μύτη, τουλάχιστον να πάει ένας, αντίς όλη η οικογένεια. Ο πατέρας μου, που ήταν και το αγαπημένο του παιδί, όταν γύρισε και την είδε, είδε πως το παιδί άρχιζε να γίνεται μπλε και πήγε και της έδωσε ένα φούσκο και πέσαν κάτω κι η μητέρα μου και το μωρό κι έτσι την έσωσε. Σώπασε και το μωρό, λες και κατάλαβε τι έγινε. Έτσι δεν μας βρήκαν εκείνη τη μέρα. Ύστερα που λευτερωθήκαμε από τους Γερμανούς, τον Μάιο του 1945, άρχισε ο Εμφύλιος. Η κυβέρνηση συνέλαβε δύο φορές τον πατέρα μου για να τον εκτελέσει, επειδή συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Την πρώτη φορά τους είπε ψέματα και τη γλύτωσε, αλλά τη δεύτερη φορά πήγαινε για το απόσπασμα. Και πήγε η μητέρα μου να τον δει με τη μικρή μου αδερφή, που ήταν πολύ όμορφη κοπέλα, με μακριές μπούκλες. Διερωτήθηκε ο αξιωματικός τι πήγε να κάνει εκεί η μικρή κοπελίτσα κι όταν του είπαν ότι πήγε να δει τον πατέρα της που ήταν στη φυλακή, ο αξιωματικός την άλλη μέρα τον ελευθέρωσε. Έτσι, ο πατέρας μου την έσωσε από τους Γερμανούς και τώρα αυτή η κοπελίτσα έσωσε τον πατέρα μου», θυμάται.

Η μετανάστευση

Όταν το 1946 άρχισε ο Εμφύλιος, οι γονείς του αποφάσισαν να στείλουν τον ίδιο και τον αδερφό του στην Παλαιστίνη, όπου γίνονταν ζυμώσεις για τη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους, προκειμένου να ξεφύγουν από την Ελλάδα. Όμως υπήρχε απαγορευτικό εξόδου από τη χώρα. Με τη βοήθεια του Jewish Agency, μιας ζιωνιστικής οργάνωσης που οργάνωνε τη μεταφορά Εβραίων της Διασποράς στην Παλαιστίνη (η λεγόμενη Aliyah) μπήκαν σε ένα παλιό, μικρό καράβι και κρυφά από τις ελληνικές αρχές σάλπαραν από το Σούνιο με προορισμό τη Χάιφα.
20140127_daniel_misan_Henrietta_Szold_ship
«Η διαδρομή διαρκούσε κανονικά 36 ώρες και το κάναμε δύο βδομάδες. Σταματούσαμε στα νησιά, χαλούσε η μηχανή, παραλίγο να πνιγούμε. Ήταν ένα μικρό καΐκι που χωρούσε 36 άτομα και ήμασταν πάνω ξέρεις πόσοι; Πεντακόσιοι σαράντα έξι», θυμάται ο Δανιήλ Μισάν Ταλμόρ. «Για δύο βδομάδες δεν τρώγαμε, είχαμε ένα μπισκότο και πέντε ελιές τη μέρα κι ένα ποτήρι νερό από τη βαρέλα. Όταν φτάσαμε 15 χλμ. από τις ακτές της Παλαιστίνης, δύο πλοία του βρετανικού πολεμικού ναυτικού μας σταμάτησαν και μας τράβηξαν μέχρι τη Χάιφα. Κάναμε τρεις μέρες έξω από το λιμάνι της Χάιφας κι έτσι μας έστειλε λίγο φαΐ το Jewish Agency, αβγά, ντομάτες, ψωμί. Μέσα σε ένα ψωμί ήταν ένα χαρτάκι που έγραφε «να αντισταθείτε, επειδή θέλουν να σας πάρουν στην Κύπρο». Κι έτσι αντισταθήκαμε για τέσσερις ώρες με ό,τι είχαμε, ήμασταν 10, 11, 12 ετών τότε, ρίχναμε στους Άγγλους κονσερβοκούτια. Πιάσαμε και 20 στρατιώτες Άγγλους αιχμαλώτους και τους κλείσαμε στο καράβι. Στο τέλος οι Άγγλοι ρίξανε δακρυγόνα στην καμπίνα που ήταν τα παιδιά, 150 παιδιά και μωρά, δύο παιδιά πεθάναν. Όταν το είδε αυτό ο καπετάνιος, παραδόθηκε και μας πιάσανε. Μας μετέφεραν στην Κύπρο, στη Φαμαγκούστα, στον Καράολο».

Σκαστοί με ένα τάγκι στη Φαμαγκούστα

Το πλοίο ήταν το Henrietta Szold, το πρώτο από τα πλοία που σταμάτησαν οι Βρετανοί στην Κύπρο, τον Αύγουστο του ’46, αντί στην Παλαιστίνη. Ο Δανιήλ Μισάν θυμάται πως έμεναν πολλοί μαζί σε σκηνές, μεγάλοι, παιδιά, μαζί. Την αυτόνομη διοίκηση του στρατοπέδου από τους Εβραίους αιχμαλώτους, τις σκανδαλιές, αλλά και τις γλυκές αναμνήσεις.
20140127_daniel_misan_the_camp«Ήμασταν πεντέξι παιδιά 12-13 χρονών και πηγαίναμε κάθε βράδυ με σφεντόνες και σπάγαμε τους προβολείς που είχαν οι Εγγλέζοι να γυρίζουν κάθε βράδυ μες στο στρατόπεδο, μήπως προσπαθήσει κάποιος να φύγει. Συχνά, ερχόταν ένας οδηγός, Κύπριος, με κάτι τάγκια μεγάλα και μας έφερνε νερό. Όταν άδειαζε το τάγκι, μας έκρυβε μέσα και μας έκανε βόλτα στην περιοχή. Όταν επιστρέφαμε στον Καράολο, φέρναμε πορτοκάλια. Για μας που ήμασταν παιδιά ήταν ωραίες εκείνες οι στιγμές, ξεφεύγαμε για λίγο από τον Κάμπο (σ.σ.: Καράολος)». Λίγους μήνες μετά, οι Βρετανοί παραχώρησαν στα παιδιά άδεια εισόδου στην Παλαιστίνη – οι μεγαλύτεροι έμειναν και δύο χρόνια στην Κύπρο. «Στις 10/12/1946 έγινα επίσημος Παλαιστινέζος», θυμάται ο Δανιήλ Μισάν.
Στο μεταξύ, λίγες μέρες μετά την αναχώρησή τους από την Κέρκυρα, οι γονείς τους προσπάθησαν κι αυτοί να φύγουν, μαζί με την μικρότερη αδερφή. «Ο πατέρας μου κόντευε να τρελαθεί. Τα πούλησαν όλα και κατέβηκαν στην Αθήνα, αλλά το καράβι μας είχε φύγει μία μέρα πριν και αναγκάστηκαν να μείνουν τέσσερα χρόνια στην Αθήνα». Ο ίδιος με τον αδερφό του, όταν έφτασαν στην Παλαιστίνη, μπήκαν σε ορφανοτροφείο στη Χάιφα. Ήταν τα τέσσερα καλύτερα χρόνια της ζωής του, λέει. Τέλειωσε το σχολείο και έκανε καλές παρέες, χωρίς τον φόβο του πολέμου. Αργότερα ήρθαν κι οι γονείς τους και ζήσαν όλοι μαζί σε ένα μικρό σπίτι που τους παραχώρησαν σε ένα αραβικό χωριό κοντά στο Τελ Αβίβ. Άρχισαν μια νέα ζωή, όχι χωρίς δυσκολίες. Ο ίδιος έκανε πολλές δουλειές – δημοσιογράφος, τραπεζικός, επιχειρηματίας, ξεναγός κ.ά. Όμως αν ξαναγεννιόταν, θα ήθελε να σπουδάσει και να γίνει γιατρός. «Έχασα πολλά λόγω του Ολοκαυτώματος. Αν δεν ήταν ο πόλεμος, θα ήθελα να γίνω παιδίατρος, αλλά θα το κάνω στην επόμενη ζωή».

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 27/1/2014

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s