«Περίμενα να διαρκέσει 10 χρόνια»

Πενήντα χρόνια μετά, Καναδοί κυανόκρανοι διηγούνται στον «Π» ιστορίες από μια άλλη Κύπρο

20140324_Canadians_veterans

Των
Γιώργου Κακούρη
Χρύστας Ντζάνη*

Το 1964, όταν οι δικοινοτικές συγκρούσεις έφεραν στο νησί την «πράσινη γραμμή» και τα πρώτα ειρηνευτικά στρατεύματα των Ηνωμένων Εθνών, η Κύπρος ήταν μια άλλη χώρα: στους έρημους και σκοτεινούς δρόμους κυκλοφορούσαν λιγοστά αυτοκίνητα και περισσότερα γαϊδούρια, αλλά και πολλά κάρα με πραματευτές, θυμάται ο Ronald Griffis, πρόεδρος του Συνδέσμου Καναδών Βετεράνων Κυανόκρανων, που είχε έρθει στην Κύπρο με την πρώτη ειρηνευτική αποστολή της UNFICYP. Επιστρέφοντας στην Κύπρο, πριν από μερικές μέρες, για να αποδώσει τιμή στους συναδέλφους του που σκοτώθηκαν εδώ, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την ίδρυση της UNFICYP, βρήκε μια άλλη χώρα, αλλά και το δωμάτιο στο οποίο κατοικούσε τότε, στη σημερινή νεκρή ζώνη της Λευκωσίας.
Η πρώτη διεθνής ειρηνευτική δύναμη των ΗΕ έφτασε στο νησί στις 13 Μαρτίου 1964. Απαρτιζόταν σε μεγάλο βαθμό από Καναδούς κυανόκρανους, οι οποίοι, έως το 1993, είχαν την ευθύνη επιτήρησης και ελέγχου του Τομέα 3, από την περιοχή ανατολικά του αεροδρομίου Λευκωσίας, μέχρι και την Αθηένου. Συνολικά, 25.000 Καναδοί ειρηνευτές υπηρέτησαν στην Κύπρο σ’ αυτά τα 29 χρόνια, ανάμεσά τους και 28 άνδρες που έχασαν την ζωή τους στη χώρα μας. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σε διάρκεια και μέγεθος ειρηνευτική αποστολή που ανέπτυξε ποτέ ο Καναδάς. Πέραν της επιτήρησης της νεκρής ζώνης, οι Καναδοί κυανόκρανοι βοήθησαν αρκετές τοπικές κοινότητες, είχαν την ευθύνη επίβλεψης των κομβόι που διέσχιζαν αποκλεισμένες περιοχές, αλλά και συνέβαλαν στην αποτροπή κατάληψης του διεθνούς αεροδρομίου Λευκωσίας από τον τουρκικό στρατό.
20140324_Canadians_bwΑρκετοί από αυτούς, βρέθηκαν πριν από μερικές μέρες ξανά στη χώρα μας, όπου, σε μια σεμνή τελετή στο Wolseley Barracks, τον στρατώνα όπου διέμεναν κοντά στο Λήδρα Πάλας, τίμησαν τη μνήμη των νεκρών συναδέλφων τους. Η μέρα ήταν ζεστή και ανοιξιάτικη στα δρομάκια πίσω από το παλιό ξενοδοχείο, στη νεκρή ζώνη, τα οποία θυμίζουν σε πολλά την τότε εποχή. Κάποιοι από τους βετεράνους μίλησαν στον «Π» για τις αναμνήσεις τους από τότε, αλλά και τις εντυπώσεις τους από τη σημερινή Κύπρο, την οποία επιστρέφοντας βρήκαν εντελώς αλλαγμένη σε όλα… εκτός ίσως από την νεκρή ζώνη.

Καχυποψία και ισορροπίες
Ο Wayne Kennedy θυμάται πως η χώρα βρισκόταν σε «φοβερή κατάσταση» όταν βρέθηκε εδώ τη δεκαετία του 1960. «Υπήρχαν όμορφες περιοχές, αλλά και περιοχές που είχαν καταστραφεί. Το ότι έρχομαι πίσω μετά από τόσα χρόνια και βλέπω την βελτίωση είναι φανταστικό», αναφέρει.
Οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων όπως τις έζησε όμως έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση στον κ. Kennedy. «Εξ όσων βλέπαμε, η μία πλευρά δεν εμπιστευόταν την άλλη» θυμάται, καθώς και πως η θέση τους, αλλά και οι συνθήκες δεν τους επέτρεπαν να κάνουν φίλους από την κάθε κοινότητα για λόγους ισορροπίας. Μάλιστα του έχει εντυπωθεί το ότι, όταν χρειαζόταν οι κυανόκρανοι να συνοδεύσουν κομβόι οχημάτων πολιτών μέσα από αποκλεισμένες περιοχές, η καχυποψία της κάθε πλευράς δεν τους επέτρεπε ούτε να σταματήσουν και να βοηθήσουν κάποιον του οποίου χαλούσε το όχημά του. «Γιατί αν ήταν Τούρκος τότε θα παραπονιούνταν οι Έλληνες ή το αντίστροφο, κατηγορώντας μας πως δείχνουμε προτιμήσεις» εξήγησε.

Καφές στην Πράσινη Γραμμή
Ο Ronald Griffis ήταν από τους πρώτους κυανόκρανους που βρέθηκαν στην Κύπρο, δύο μήνες μόλις μετά την έναρξη της αποστολής το 1964, περιπολώντας την πράσινη γραμμή στην εντός των τειχών Λευκωσία – το καλοκαίρι οι ειρηνευτές έμεναν σε αντίσκηνα και τον χειμώνα μεταφέρονταν στα Wolseley Barracks. Θυμάται μια Λευκωσία χωρίς πολλές εντάσεις καθώς, πέρα από την καχυποψία, εντόπισε και έναν πληθυσμό στον οποίο «λειτουργούσε σε τεράστιο βαθμό η κοινή λογική»: εκεί οι δύο κοινότητες ακόμα δεν βρίσκονταν και τόσο μακριά, με το πολύ 50 μέτρα να χωρίζουν τα πρώτα τότε οδοφράγματα. «Αν κάποιος περνούσε κατά λάθος την πράσινη γραμμή ή υπήρχε διαφωνία ή κατηγορίες, το εξέταζες και το έλυνες εκεί» θυμάται, μιλώντας μας για έναν φίλο του, Ε/Κ αστυνομικό με τον οποίο πήγαιναν μαζί περιπολία και μετά πήγαιναν για καφέ. Ήταν ακόμα οι πρώτοι μήνες της διαίρεσης και κανένας δεν περίμενε πως η ίδια κατάσταση θα συνεχιζόταν για μισό αιώνα. «Περιμέναμε πως [η κατάσταση] θα διαρκούσε το πολύ 10 χρόνια» πρόσθεσε.

20140324_Canadians_old_house

Το σχολείο που έγινε στρατώνας
Ο Edward Widenmaier είναι ένας από τους πολλούς κυανόκρανους που βρέθηκαν στη χώρα μας δύο φορές. Την πρώτη, το 1965, υπηρέτησε σε μια φάρμα που ανήκε κάποτε σε Βρετανό και έγινε βάση των Ηνωμένων Εθνών. Η διμοιρία του όμως, την οποία μας δείχνει να ποζάρει σε μια παλιά φωτογραφία (και από την οποία, λέει γελώντας, είναι πλέον ένας από τους τελευταίους που έμειναν), χρειάστηκε να παραμείνει έκτακτα για ακόμα έναν μήνα, μένοντας προσωρινά σε ένα σχολείο σε ένα χωριό στους πρόποδες του Πενταδακτύλου. Δεν θυμάται ξεκάθαρα το όνομα, είχε όμως σημειώσει στο πίσω μέρος μιας φωτογραφίας του το όνομα «Αγία Ειρήνη».
«Τα παιδιά δεν μπορούσαν να πάνε σχολείο και μαζεύονταν στον φράκτη για να δουν τι κάναμε. Οι γονείς τους τούς έλεγαν μην πλησιάζετε, αφήστε τους να κάνουν τη δουλειά τους» θυμάται ο κ. Widenmaier, ο οποίος ήταν ο μάγειρας του ιδιότυπου στρατώνα. Μάλιστα, εμπορευόταν, θυμάται, με ένα κορίτσι γύρω στα 13 με 14, ανταλλάζοντας κονσέρβες των ΗΕ με φρέσκα αυγά και λαχανικά, έτσι ώστε να μπορέσει να φτιάξει κάτι φρέσκο για τους άντρες της διμοιρίας. «Όταν φύγαμε, ο κοινοτάρχης έβαλε τα παιδάκια στη γραμμή με τα κυριακάτικα τους ρούχα και παπούτσια να μας αποχαιρετήσουν» διηγείται.
Θυμάται το όνομα του κοριτσιού ως «Αϊντί», ήταν ουσιαστικά η «αρχηγός» των παιδιών του χωριού. «Έλπιζα, αν και από ότι ξέρω μετακινήθηκαν οι πληθυσμοί, να βρω αυτά τα παιδιά, ή να βρω [τη μικρή]. Ελπίζω να επιβίωσε, να έχει μεγαλώσει και να έχει παντρευτεί. Σήμερα θα είναι 50 με 55 και στον πόλεμο φαντάζομαι θα ήταν γύρω στα 20».
Τη δεύτερη φορά που βρέθηκε στην Κύπρο, το 1980, ο κ. Widenmaier είχε να αντιμετωπίσει τον «χειρότερο εχθρό του ειρηνευτή», όπως είπε, τον άδειο χρόνο. Κάπως έτσι, μένοντας στα Wolseley Barracks, έμαθε να παίζει ακορντεόν… εις βάρος των γύρω του οι οποίοι δεν τον άντεχαν. Την μέρα που μιλήσαμε εξέφρασε την ελπίδα να παίξει λίγο κατά την επίσκεψή τους στον χώρο ταφής των πεσόντων ειρηνευτών στην Δεκέλεια…

Η μάχη του αεροδρομίου
Ο Alain Forand, στρατηγός σήμερα, έζησε και θυμάται συγκρούσεις και ήταν μάλιστα αυτόπτης μάρτυρας της μάχης για το αεροδρόμιο Λευκωσίας, την οποία είδε από την ταράτσα του Λήδρα Πάλας, ενώ αργότερα κλήθηκε να υπερασπιστεί το αεροδρόμιο. Βρέθηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο το 1969, φρουρώντας τον τ/κ θύλακα στον Πενταδάκτυλο, μια περίοδο που από ότι θυμάται ήταν σχετικά ήρεμη.
Όταν επέστρεψε, το 1974 τον Φεβρουάριο, έκανε αρχικά αναγνωριστικές περιπολίες στην πράσινη γραμμή, όμως όταν άρχισε η εισβολή γρήγορα έγινε ξεκάθαρο πως χρειαζόταν να μετακινηθούν στους στρατώνες Wolseley, από όπου σε συνεργασία με τους Βρετανούς κυανόκρανους αναζητούσαν περιοχές όπου υπήρχε ανθρωπιστική ανάγκη. Μέχρι την αναχώρησή του τον Σεπτέμβριο, ο κ. Forand χρειάστηκε πολλές φορές να βοηθήσει εγκλωβισμένους αμάχους, συνοδεύοντας τους ξένους τουριστές που βρέθηκαν να παραθερίζουν στο Λήδρα Πάλας τις μέρες του πολέμου και οργανώνοντας και τις ανταλλαγές αιχμαλώτων που έγιναν εκεί μετά την εισβολή.
«Όταν άρχισε η επίθεση (στο αεροδρόμιο) ήμουν στο Λήδρα Πάλας και από εκεί είδα τη μάχη. Υπήρχε εκεί ένα σχολείο το οποίο υπερασπίζονταν Ε/Κ. Έκαναν φανταστική δουλειά -το λέω αν και δεν θα έπρεπε- με μόλις εκατό άτομα, καθώς οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να το καταλάβουν παρά το ότι τους βομβάρδιζαν από αέρος, από τανκς, από πυροβόλα» διηγείται ο στρατηγός. Κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο, συνάντησε 40 χρόνια μετά τον στρατηγό σήμερα που είχε υπερασπιστεί τότε το αεροδρόμιο, για πρώτη φορά.
Μετά την μάχη για το αεροδρόμιο, τα Ηνωμένα Έθνη ανέλαβαν τον έλεγχό του. «Αργότερα όμως η τουρκική πλευρά κατηγορούσε τα ΗΕ πως επέτρεπαν στους Έλληνες να φέρνουν ενισχύσεις μέσω του αεροδρομίου». Τότε τα ΗΕ χρησιμοποιούσαν ακόμα το αεροδρόμιο με δικές τους πτήσεις, όμως ο τουρκικός στρατός θεώρησε πως επρόκειτο για πρόφαση και έδωσαν τελεσίγραφο πως αν δεν σταματούσαν οι πτήσεις θα επιτίθεντο ξανά στο αεροδρόμιο, το μόνο που είχε τότε η Κύπρος. Η διμοιρία του κ. Forand πήρε θέσεις, όμως δεν χρειάστηκε τελικά να το υπερασπιστεί.
Όταν τον ρωτήσαμε αν είδε το αεροδρόμιο όπως είναι σήμερα, ο Alain Forand, που είχε όπως όλοι οι βετεράνοι σημειώσει πόσο πολύ έχει αλλάξει η Κύπρος, απάντησε καταφατικά. «Τίποτε δεν άλλαξε εκεί» μας είπε. «Είχε μείνει μόνο ένα αεροπλάνο, το οποίο απλώς μετακίνησαν παραπέρα…»

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 23/3/2014

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s