«Κάθε νύχτα ζητώ συγγνώμη από τον πατέρα μου»

Αρνούνται να δεχτούν υπολείμματα λειψάνων οι Ασσιώτες

Assia_Spyroula_family

Της Χρύστας Ντζάνη*

Εξίμισι χρονών ήταν η Σπυρούλα Δαυίδ όταν είδε τελευταία φορά τον πατέρα της, στον καφενέ της Άσσιας, τον Αύγουστο του ’74. Τότε όλα έγιναν βιαστικά: Από το γειτονικό σπίτι του θείου τους Λούκα Γεωργιάδη, όπου είχαν μαζευτεί κοντά 200 άτομα από την Άσσια και τα γειτονικά χωριά, καθώς ως Αμερικανός υπήκοος είχε υψώσει την αμερικανική σημαία για προστασία, ο τουρκικός στρατός τους διέταξε να βγουν έξω, ώστε να τους μετρήσουν και να τους μοιράσουν τρόφιμα, όπως νόμιζαν. Οι άντρες έμειναν στον καφενέ και τα γυναικόπαιδα τα πήραν σε ένα σπίτι έξω από το χωριό. Και δεν ξαναντάμωσαν.
Ο πατέρας της, Φραγκόπουλος Δαυίδ, έμεινε για πάντα 46 ετών. Κι επέστρεψε μόλις πρόσφατα στην ζωή της, συμπτωματικά σε παρόμοια ηλικία κι εκείνη σήμερα, ως μια χούφτα κόκαλα. Ήταν ένας από τους 70 άντρες που, σύμφωνα με μαρτυρίες που καταγράφονται και στο βιβλίο ενός Τούρκου, εκτελέστηκαν εν ψυχρώ στην τοποθεσία Ορνίθι, όπου είχαν μεταφερθεί μετά από μέρες αιχμαλωσίας στο Γκαράζ Παυλίδη. Τα λείψανά τους βρέθηκαν σε δύο πηγάδια και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο του DNA. Για εφτά από αυτούς, οι σκελετοί βρέθηκαν σχεδόν ολόκληροι. Για τους υπόλοιπους 63, παραδόθηκαν στους συγγενείς μόνο κάποια λίγα λείψανα, αφού είναι εμφανές πως στην τοποθεσία έγινε μεταγενέστερα εκταφή και μεταφορά τους σε άλλο μέρος. Αρνούμενη να αποδεχθεί πως αυτό είναι ό,τι απέμεινε από τον πατέρα της, η Σπυρούλα Δαυίδ διεξάγει σήμερα μαζί με άλλους Ασσιώτες έναν αγώνα να εντοπιστούν και τα υπόλοιπα λείψανα των δεκάδων αγνοουμένων της Άσσιας, αλλά και για να εκδοθεί ένα πιστοποιητικό θανάτου που θα δηλώνει πως η αιτία θανάτου ήταν η δολοφονία αμάχων και όχι «άγνωστη», όπως γράφεται σήμερα. «Από κει και πέρα κάθε οικογένεια θα κάνει το καθήκον της όπως νιώθει», δήλωσε στον «Π» η κ. Δαυίδ.

Ένας καλός στρατιώτης

Μαζί ξετυλίξαμε το νήμα της εξαφάνισης και της δύσκολης ζωής που ακολούθησε για την πολύτεκνη οικογένεια, αλλά και του εμπαιγμού των συγγενών αγνοουμένων από την πολιτεία και τα οργανωμένα σύνολα – τότε επιτροπές, σήμερα τα κόμματα. «Ήμασταν αθώα παιδιά, αλλά θυμάμαι να διερωτώμαι τι κάνουν όλοι αυτοί που είχαν μαζευτεί στο σπίτι του θείου μου, γιατί είναι τρομαγμένοι. Ένιωθα ότι κάτι κακό γινόταν». Οι Τούρκοι χώρισαν τους άντρες σε νεαρούς και μεγαλύτερους. Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια, 14 και 13 ετών, πήγαν με τους άντρες. Ο μικρότερος αδερφός της, 9 ετών, κι η ίδια πήγαν με τα γυναικόπαιδα. Θυμάται έναν Τούρκο στρατιώτη, δάσκαλο που μιλούσε ελληνικά και συνόδευσε την ίδια, τη μητέρα της κι άλλη μια μητέρα με το παιδί της στο σπίτι τους για να πάρουν τρόφιμα. Όταν η μάνα της του ζήτησε να αφήσουν ένα σακάκι στα αγόρια της, στο καφενείο, για να μην κρυώσουν, εκείνος τους πήρε και τους φυγάδευσε στο σπίτι του Αμερικάνου για να σωθούν. Το ίδιο έκανε και με την ίδια, τη μητέρα της και τον αδερφό της την άλλη μέρα. Κι όταν ήρθε η ώρα να φύγουν από την Άσσια, ήταν ο ίδιος στρατιώτης που υποχρέωσε τον οδηγό του λεωφορείου να σταματήσει για να πάρουν την τσάντα με τα λιγοστά τους ρούχα που είχε πέσει στο δρόμο. «Όταν φεύγαμε, είπε στη μάνα μου, αν έχεις χρυσαφικά ή χρήματα, βάλτα στην τσαντούλα του μωρού και δεν θα την πειράξει κανείς εκείνη. Εκείνος ο άνθρωπος έδειξε πάρα πολλή ανθρωπιά».

Assia_Spyroula_demo

Ο πραματευτής

Από την Άσσια ξεκίνησαν για τον καταυλισμό στο Δασάκι της Άχνας. Κι από κει σε διάφορους τόπους. Έξι τάξεις του δημοτικού τις έκανε σε τουλάχιστον δώδεκα σχολεία, μέχρι το ’79, όταν μητέρα και τα τέσσερα παιδιά κατέληξαν στη Λευκωσία, χωρίς συγγενείς, μονάχα για να ‘χουν τα παιδιά καλύτερη εκπαίδευση. Ο πατέρας απών. Πίσω στην Άσσια, ο Φραγκόπουλος Δαυίδ εργαζόταν ως πραματευτής. Είχε ένα μεγάλο άσπρο βαν και γύριζε και πουλούσε. Στην προσφυγιά, η μητέρα τους, ένα άβουλο ως τότε πλάσμα, αναγκάστηκε να αλλάξει. Τα πρώτα χρόνια δεν ήξερε να γράφει το όνομά της. Όταν χρειαζόταν να υπογράψει, έβαζε το δαχτυλικό της αποτύπωμα. Στην αρχή, για να ζήσουν γύριζε στα χωριά που ο πατέρας τους είχε οφειλές από πελάτες, Λευκωσία, Κλήρου, Λακατάμια. Μάζευε χρήματα και γρήγορα άρχισε να πουλά κιόλας πράματα.

Βοήθησαν οι προμηθευτές, την προμήθευαν έναντι. Αλλά και ο κόσμος, οι κυρίες στα χωριά, αγόραζαν σεντόνια και πετσέτες, λες και τα είχαν ανάγκη. «Της φέρονταν με αξιοπρέπεια και πολύ σεβασμό», θυμάται η κ. Δαυίδ, που συνόδευε τη μητέρα στη δουλειά, είτε αυτή ή ο αδερφός της, αφού η μάνα φοβόταν, «μια γυναίκα μόνη μου πού να πάω», έλεγε πάντα. Ώσπου τα πόδια της δεν άντεξαν την ταλαιπωρία και το ’79, μόλις εγκαταστάθηκαν στη Λευκωσία, άνοιξε περίπτερο. Και πάλι τους στήριξαν οι γείτονες, οι περίοικοι. Ένας πρώην μάστρος του Φραγκόπουλου τους έφερε λίγα έπιπλα. «Οι άνθρωποι μας έδωσαν περισσότερα από τις οργανώσεις», λέει η κ. Δαυίδ.
Όχι όμως όλοι. Μαθημένοι στην περηφάνεια –ή έπαρση, λέει η κ. Δαυίδ- της Άσσιας, να στέλνουν τα παιδιά σε ιδιωτικό σχολείο, η μάνα τους συνέχιζε να τους στέλνει στην Αμερικάνικη Ακαδημία και στην προσφυγιά. Τα πρώτα χρόνια ήταν μια Αμερικανίδα διευθύντρια, που είχε δεχτεί να φοιτούν τα παιδιά, και το καλοκαίρι να δουλεύουν για να τους πληρώνουν τα δίδακτρα της περασμένης χρονιάς. Ώσπου άλλαξε ο διευθυντής κι όταν ήρθε ο καιρός για τον μεγάλο γιο να πάει στρατό, αρνήθηκε να του δώσει απολυτήριο, επειδή δεν θα μπορούσε να εργαστεί το καλοκαίρι να πληρώσει. «Δαυίδ, παιδί μου, το ήξερες ότι είχατε πατέρα αγνοούμενο. Δεν ήταν σχολείο αυτό για σας», τους είπε. Κι εκείνη εξερράγη. «Πάντα ήμουν έτσι, θύμωνα εύκολα. Στην εκκλησία πολλές φορές έκαναν έρανο «για τα παιδιά των αγνοουμένων» και ήθελα πάντα να φωνάξω. «Ποια παιδιά των αγνοουμένων; Δεν πήραμε ποτέ τίποτα». Δεν το λέω μειονεκτικά, δεν μας έλειψε τίποτα. Το πρόσωπο μας έλειπε».

Αγνοούμενος

Assia_Spyroula_Red_Cross«Άκουγα τη λέξη αγνοούμενους και διερωτούμουν τι σημαίνει. Αλλά δεν μπορούσα να ρωτήσω, ποιον να ρωτούσα, τη μάνα μου που έκλαιγε όλη μέρα; Και γυρίζαμε όλη μέρα, από πορεία σε πορεία, μας έδιναν πίκετς και καρτερούσαμε και μας έλεγαν «Να τα κρατείτε ρε μωρά ψηλά και μπορεί να το δει κάποιος να το πει του παπά σας και να σας τον φέρουν πίσω». Και πιστεύαμε εμείς. Αλλά μόλις σβήναν οι κάμερες μας λέγαν «άτε ρε μωρά, εφύετε». Και καταλάβαινα πως κάτι δεν πάει καλά. Ώσπου κατάλαβε η μάνα μου πως μας χρησιμοποιούσαν και σταμάτησε ξαφνικά να μας παίρνει».
Κάθε δημοσίευμα τα πρώτα δέκα χρόνια, ότι είχαν βρει μηνύματα από αγνοούμενους, τους έδιναν ελπίδες ότι ο πατέρας μπορεί και να γυρίσει. Σήμερα η Σπυρούλα Δαυίδ πιστεύει πως ήταν συνειδητός εμπαιγμός. «Αφήναν πληροφορίες εσκεμμένα. Οι δικοί μας πρώτα κι ύστερα οι ξένοι, οι επιτροπές μας. Ήθελαν να συντηρήσουν το θέμα. Διότι αν δέχονταν ότι δεν ζούσαν, θα έπρεπε καταρχήν να πάρει κάποιος την ευθύνη, να δείξει και το δάχτυλο στην άλλη πλευρά και δεν θα το έκανε κανείς. Ακόμη κι αν είχαμε τη διάθεση να το κάνουμε, τι θα απογίνονταν όλες αυτές οι επιτροπές που δημιουργήθηκαν, τι λόγο ύπαρξης θα είχαν;».
Μιλά και συχνά κλαίει. Αν και έχουν περάσει 40 χρόνια, τα συναισθήματα δεν έχουν αλλάξει, ακόμη κι αν τώρα ξέρει με σιγουριά πως είναι νεκρός και μπορεί να κάνει μια κάποια ταφή. Είναι ψυχολόγος και νιώθει διπλά άβολα που δεν μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματα. «Ήμουν ένα μωρό αθώο, χαρούμενο, που έπαιζε μες στην αυλή με τα κατσικάκια. Ερχόταν ο παπάς μου μετά τη δουλειά να με πιάσει να πάμε στο καφενείο να του αγοράσω τσιγάρα και να μου πιάσει κι εμένα μια αφροζούα. Μου λείπει εκείνο το κενό, από τα 6 ως τα 46».

Δέκα μικρά οστά

Τον περασμένο Οκτώβριο τους κάλεσε η ΔΕΑ να παραλάβουν τα λείψανα του πατέρα τους. Ήξεραν από το 2009 ότι βρέθηκε ο τάφος και επρόκειτο για μικρά μόνο οστά. Όταν άρχισαν να ειδοποιούν, προσευχόταν να ήταν ο πατέρας της τυχερός μες στην ατυχία του και να σκοτώθηκε από τους πρώτους, γιατί τους πρώτους που ρίξαν στα πηγάδια τους βρήκαν ολόκληρους, δεν μπόρεσε να τους βγάλει ο εκσκαφέας. Στις πρώτες κηδείες πήγαινε, ώσπου συνειδητοποίησε πως πάλι τους εκμεταλλεύονταν, αυτή τη φορά οι πολιτικοί. «Μιλούσαν 3-4 λεπτά το πολύ για το άτομο και μετά 12 λεπτά, αν ήταν δεξιοί για το τι έκανε το κόμμα τους κι αν ήταν αριστεροί μιλούσαν για το δικό τους. Αν είναι αριστεροί δεν καταδέχονται να μας πουν ότι δολοφονήθηκαν, λένε «χαθήκαν». Ο πατέρας μου ήταν γραμμένος αριστερός, αλλά δεν με ενδιαφέρει, δεν είμαι πολιτικοποιημένη».
Όταν ήρθε η δική τους σειρά, το σεντόνι στο εργαστήριο της ΔΕΑ ήταν σχεδόν άδειο. Εκεί που έπρεπε να εμφανίζεται ένας σκελετός, υπήρχαν δέκα μονάχα μικρά οστά. Δαχτυλάκια του ποδιού, δύο επογονατίδες, δύο από τον σπόνδυλο, δύο από τη γνάθο, δύο από το χέρι. «Δεν θέλω να το θυμάμαι. Σου λένε ότι αυτό το πράμα είναι ο πατέρας σου. Περιμένεις 40 χρόνια να κάνεις μια ταφή, ένα μνημόσυνο, δεν περιμέναμε να γυρίσει ζωντανός. Αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ έτσι». Η ίδια, τα αδέρφια και η μάνα τους δεν δέχθηκαν να τα παραλάβουν. Τα οστά βρίσκονται προς το παρόν σε μια λειψανοθήκη με το όνομα και τη φωτογραφία του. «Από κείνη τη μέρα, ξεκίνησε ένας άλλος Γολγοθάς, ότι έγινα κι εγώ συνυπεύθυνη. Στις 31 του Οκτώβρη με κάποιον τρόπο ήρθε, κι εγώ τι έκανα; Έφυγα και τον άφησα, θεωρητικά για να το παλέψω, να τους παλέψω. Αλλά δεν μπορώ. Κάθε νύχτα του ζητάω συγγνώμη, κάθε νύχτα».
Μαζί με άλλους Ασσιώτες, η Σπυρούλα Δαυίδ ζητά από την πολιτεία να αναγνωρίσει ότι ο πατέρας της έπεσε θύμα εγκλήματος πολέμου, άμαχος ων. Αλλά κυρίως, να επιμείνει στην αναζήτηση και εύρεση και των υπολοίπων λειψάνων των 70 ανδρών που εκτελέστηκαν στο Ορνίθι. «Είμαι σίγουρη ότι μπορούν να βρουν κάτι παραπάνω. Αν μου δώσουν προστασία και 10.000 ευρώ θα μπορέσω να βρω πού είναι. Ένα χωριό τόσο μικρό και δεν μπορούν να τα βρουν; Από την ώρα που δόθηκε η πληροφορία για τα πηγάδια, που ήταν το έγκλημα, νομίζεις είναι τόσο δύσκολο να πουν πού τους μετέφεραν; Το 2004 που πήγαμε πρώτη φορά στο σπίτι μας στην Άσσια, μια γυναίκα μας άκουσε μες στο δρόμο και είπε «α, έχει κάτι πηγάδια εκεί που ρίξανε τους Ελληνοκύπριους». Αν πας στο καφενείο και ρωτήσεις και δώσεις και λίγα λεφτά θα μάθεις».
Μιλώντας στον «Π», το τρίτο μέλος της ΔΕΑ, Πολ-Ανρί Αρνί, διαβεβαίωσε πως η Διερευνητική Επιτροπή θα συνεχίσει να ερευνά για τον εντοπισμό των υπολοίπων λειψάνων της Άσσιας, καθώς και των περισσότερων από 1.000 αγνοούμενων σε όλο το νησί, που δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 14/12/2014

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s