Το νούμερο 77132

Η ΕΠΩΔΥΝΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΑΠΟ ΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΣΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ 

20150207_artemis_batis_miron_77132

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ*

Η Άρτεμις Μπατίς Μιρόν ήταν δεκαπέντε ετών όταν οι Ναζί έστειλαν την ίδια, τη μητέρα της και τον μικρό της αδερφό στο Άουσβιτς, μαζί με χιλιάδες άλλους Έλληνες Εβραίους, από όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Τον πατέρα της τον είχαν εκτελέσει νωρίτερα στη Θεσσαλονίκη, όμως τότε τον νόμιζαν ακόμη κρατούμενο των Γερμανών.
Η ελπίδα πως θα τον ξαναδεί ήταν που την κράτησε ζωντανή ένα χρόνο στο κολαστήριο. Κι όταν απελευθερώθηκε, επέστρεψε στα Ιωάννινα και διαπίστωσε πως δεν υπήρχε πια τίποτα και κανείς από την παλιά της ζωή, άφησε πίσω της την τραυματική εμπειρία κι έφυγε για την Παλαιστίνη. Δεν ξαναμίλησε ποτέ για το Ολοκαύτωμα, παρά μόνο στις αρχές του ’90, όταν βγήκε στη σύνταξη και οι μνήμες επέστρεψαν δυνατές. Τη συναντήσαμε στη Λευκωσία, όπου μίλησε σε σχολεία με την αφορμή της παγκόσμιας ημέρας μνήμης του Ολοκαυτώματος. Σήκωσε το μανίκι, μας έδειξε το νούμερο 77132 χαραγμένο στο χέρι κι άρχισε τη γλαφυρή της αφήγηση.

Ρωμανιώτες

«Εμάς απ’ τα Γιάννενα μας λένε Ρωμανιώτες διότι εμείς δεν είμαστε απόγονοι της Εξόδου των Ισραηλιτών από την Ισπανία. Λέγεται πως οι πρόγονοί μας κατάγονται από την Ιερουσαλήμ. Όταν οι Ρωμαίοι κατάκτησαν την Ιερουσαλήμ το 70 μΧ -λέω μήπως γρήγορα;- απαγόρευσαν στους Εβραίους να κατοικήσουν εκεί, τους έβαλαν σε ένα πλοίο και τους έδιωξαν. Και το πλοίο αυτό κατέληξε, φαίνεται, στην Ήπειρο. Και ένα μέρος απ’ αυτούς κατοίκησαν στα Γιάννενα. Εμείς δεν ξέραμε ούτε λαντίνο, ενώ οι Θεσσαλονικείς που είχαν έρθει από την Ισπανία μιλούσαν τα ισπανικά τα λαντίνο. Και στο στρατόπεδο επειδή δεν μιλούσα τα γίντις, τα γερμανοεβραϊκά, τη γλώσσα των Εβραίων της Ευρώπης κι από την άλλη δεν μιλούσα λαντίνο, δεν με πίστευαν πως είμαι Εβραία! Σκεφτείτε σε ποια κατάσταση ήμουν».

Η Άρτεμις Μπατίς Μιρόν στην πρόσφατη επίσκεψή της στην Κύπρο.

«Τα πρώτα χρόνια του πολέμου τα Γιάννενα ήταν υπό ιταλική κατοχή. Δεν αισθανθήκαμε καθόλου πόλεμο, οι γονείς μας εργάζονταν, πηγαίναμε στο σχολείο. Μόνο λίγα τρόφιμα έλειπαν, αλλά δεν πέθανε κανείς από την πείνα. Το πρόβλημά μας άρχισε το 1943, όταν η Ιταλία απέρριψε το σύμφωνο που είχε υπογράψει με τη Γερμανία, οπότε οι Ιταλοί επέστρεψαν στην Ιταλία και οι Γερμανοί μπήκαν μέσα σ’ όλη την Ελλάδα και στα Γιάννενα. Τότε άρχισε για μας πραγματικά ο πόλεμος». Στην αρχή, θυμάται, οι Γερμανοί υποσχέθηκαν στην εβραϊκή κοινότητα ότι δεν θα τους πειράξουν, υπό τον όρο να τους παρέχουν όσα χρειαστούν. Τρόφιμα, χρήματα, ιδρύματα και σχολεία επιτάχθηκαν. Όμως η συμφωνία τηρήθηκε μόνο από μία πλευρά. «Ύστερα από δύο μήνες ήρθαν κι έπιασαν τον πατέρα μου. Ήταν μεσάνυχτα, κοιμόμασταν, χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Πάνω κάτω, έκαναν θόρυβο, έψαχναν, έψαχναν, δεν ξέρω ακριβώς τι, είχαν ανακατέψει το σπίτι. Και πήραν τον πατέρα μου και τον παππού μου στη φυλακή. Δεν επέστρεψαν ποτέ. Την επομένη παρουσιάστηκε η μητέρα μου στους Γερμανούς για να μάθει πού τον είχαν, αλλά την έδιωξαν, δεν ήταν πρόθυμοι να της πουν πού τον είχαν, γιατί άραγε τον κρατάνε, αν θα γίνει ή δεν θα γίνει δικαστήριο. Δήθεν η αιτία ήταν πως τροφοδότησε την ελληνική Αντίσταση. Μετά από χρόνια έμαθα πως τότε τους κράτησαν στα Γιάννενα στη φυλακή κι ύστερα από δύο τρεις βδομάδες τους πήραν στη Θεσσαλονίκη, στη φυλακή Παύλου Μελά. Όταν βρήκαν κοντά στη Φλώρινα έναν αξιωματικό Γερμανό σκοτωμένο, που φαίνεται τον σκότωσε η Ελληνική Αντίσταση, πήραν 15 άτομα από τη φυλακή Παύλου Μελά, χριστιανούς και τρεις εβραίους, τον πατέρα μου Ιωσήφ, τον παππού μου Νισίμ και τον Ααρών, έναν έμπορο από Τρίκαλα που είχε έρθει στα Γιάννενα για μπίζνες, και τους τουφέκισαν στον τόπο που είχαν βρει τον αξιωματικό. Εμείς δεν ξέραμε τίποτα, ήμασταν με την ιδέα πως ζούνε».
«Και ιδού έξι μήνες μετά, 25 Μαρτίου 1944 διαταγή των Γερμανών για διωγμό όλων των εβραίων των Ιωαννίνων. Από τους 3.000 Εβραίους είχαμε απομείνει 2.000, γιατί οι 1.000 είχαν ανέβει πάνω στα βουνά μαζί με τους αντάρτες και οι οικογένειες που είχαν καλή οικονομική κατάσταση ή δεν πίστευαν τους Γερμανούς έφυγαν στα περίχωρα των Ιωαννίνων. Εμάς η μητέρα μου δεν ήθελε να κρυφτούμε γιατί προσπαθούσε να βγάλει τον πατέρα μου και τον παππού μου από τη φυλακή, γιατί δεν ξέραμε ότι δεν είναι εν ζωή. Και ήρθε η διαταγή, που έλεγε πως στις 8 το πρωί έπρεπε να μαζευτούνε όλοι οι Εβραίοι κοντά στη λίμνη Παμβώτιδα με λίγα δέματα στο χέρι. Εμείς κοιμόμασταν, δεν ξέραμε τίποτα. Το πρωί όταν σηκώθηκε η μανούλα μου και το άκουσε, χιόνιζε εκείνη τη μέρα, ντυθήκαμε ζεστά, ετοιμάσαμε τρία δεματάκια μικρά με εσώρουχα και ένα δέμα με ξηρούς καρπούς, γιατί δεν ξέραμε τι θα αντιμετωπίσουμε. Και βγήκαμε από το σπίτι αγκαλιασμένοι, η μητέρα μου, το αδερφάκι μου κι εγώ. Η μητέρα μου κλειδώνει την πόρτα του σπιτιού χωρίς να ξέρουμε ότι στο σπίτι αυτό ποτέ ποτέ ποτέ δεν θα επιστρέψουμε».
Μας πήγαν στη Λάρισα, μείναμε μια βδομάδα σε ένα σχολείο και μετά από οχτώ μέρες, όταν μάζεψαν και από άλλες μικρές κοινότητες Εβραίους, μας έφεραν στον σιδηροδρομικό σταθμό, μας έμπασαν μέσα σαν τα ζώα, στριμωχτά στριμωχτά, τα μωρά έκλαιγαν, οι ηλικιωμένοι λιποθύμησαν κτλ. Έκλειναν τις πόρτες μία μία στο βαγόνι και στο τέλος έδωσαν διαταγή ο σιδηρόδρομος να περπατήσει. Ήμασταν τόσο στριμωχτά, μόνο όρθιοι, επί οχτώ ολόκληρες μέρες. Λιποθύμησαν πολλοί, άλλοι ήταν ασθενείς και πέθαναν. Άνοιγαν από καιρού εις καιρόν οι Γερμανοί τα βαγόνια και πέταγαν στο δρόμο εκείνους που είχαν πεθάνει. Μέσα στο βαγόνι υπήρχαν δύο δοχεία, ένα για πόσιμο νερό και ένα για ακαθαρσίες και εμετούς. Μπορείς να σκεφτείς σε ποια κατάσταση πήγαμε;».

Χωρισμός στο Άουσβιτς

«Η οικογένειά μου αποτελούταν από τέσσερα άτομα. Ο πατέρας μου, η μητέρα μου οικοκυρά, Ευτυχία, το μικρό μου αδερφάκι Μάκης, έξι χρόνια μικρότερος από μένα, κι εγώ, τότε ήμουν 15 χρονών. Φτάσαμε στο Άουσβιτς. Ήταν κρύο, χιόνιζε. Μας άνοιξαν τις πόρτες, γερμανικά δεν ξέραμε αλλά απ’ τα νοήματα μας έκαναν με τα χέρια γρήγορα και να περπατήσουμε. Δεν προλάβαμε να μιλήσουμε μεταξύ μας ούτε προλάβαμε να δούμε τι συμβαίνει.

Για μια στιγμή, νομίζω πως κι η μάνα μου το είδε αυτό, μια σειρά από γυναίκες αριστερά, μια σειρά από άντρες νέους δεξιά και απέναντι αυτοκίνητα στρατιωτικά των Γερμανών, εκεί έμπαζαν τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους. Επειδή είδαμε πως εκεί πήγαιναν οι μητέρες με τα παιδιά, χωρίς να ξέρουμε ποιος ήταν ο προορισμός ασφαλώς, μας αγκάλιασε και τους δυο η μάνα μου και προχωρούμε κατευθείαν για το αυτοκίνητο. Και πέντε μέτρα πριν το αυτοκίνητο το στρατιωτικό ήταν ο γιατρός του στρατοπέδου ο οποίος έκανε τη διαλογή και με το μπαστούνι του με χτύπησε με δύναμη μέχρις ότου με ρίξει κάτω. Με χώρισε απ’ τη μάνα μου, έβαλε γρήγορα τη μάνα μου και το αδερφάκι μου στο αυτοκίνητο και μένα με έστειλε στις γυναίκες, χωρίς να έχω υπόψη μου ποιος ήταν ο προορισμός τους. Αργότερα έμαθα πως εκείνη τη νύχτα, όλους εκείνους στα αυτοκίνητα, ηλικιωμένους, μητέρες με τα παιδιά κτλ τους πήραν κατευθείαν στους θαλάμους ασφυξίας και στους φούρνους. Ελπίζαμε την επομένη να ξαναβρεθούμε στη δουλειά ή να κοιμηθούμε μαζί ή να συγκεντρωθούμε κάπου, χωρίς να ξέρω ότι δεν πρόκειται να τους ξαναδώ. Εκείνη τη στιγμή ήταν ο χωρισμός από τη μητέρα μου και το αδερφάκι μου».

Η οικογένεια Μπατίς: Αριστερά η μητέρα Ευτυχία, δεξιά ο πατέρας Ιωσήφ Πέπο Μπατίς, κάτω ο μικρός Σάλομον Μάκης Μπατίς και δίπλα του η μόνη επιζήσασα, η αφηγήτρια Άρτεμις Μπατίς Μιρόν.

«Μας πήγαν πρώτα σε μια μεγάλη αίθουσα να κάνουμε μπάνιο. Στο πρώτο δωμάτιο αφήσαμε τα ρούχα μας. Στο δεύτερο μας κόψανε τα μαλλιά με τη μηχανή. Φωνές, κλάματα, αλλά βέβαια δεν βοήθησε σε τίποτα, τα μαλλιά μας τα ‘κοψαν και ξύλο φάγαμε. Εκεί μας έκαναν τον αριθμό, 77132 και από κει για μπάνιο. Και ύστερα από το μπάνιο δεν επιστρέψαμε ξανά να βάλουμε τα ρούχα που είχαμε αφήσει. Προχωρήσαμε και ήταν έτοιμα τα ρούχα, τα οποία είχαν τον αριθμό του χειρός μας πάνω. Από τώρα και πλέον δεν έχουμε όνομα. Έχουμε αριθμό. Ο αριθμός φαινόταν καθαρά εδώ πάνω από το φόρεμα. Πια δεν είμαστε άνθρωποι, δεν έχουμε όνομα, είμαστε ζώα έχουμε αριθμό. Μας έδωσαν ένα φουστάνι μοναχά, για φαντάσου, Απρίλιος ήταν και χιόνιζε. Ένα φουστάνι μοναχά. Ένα παντελόνι, ένα βρακί, κάλτσες και ένα ζευγάρι παπούτσια με σόλα ξύλινη. Θυμάμαι έκανε τόσο πολύ κρύο κι έψαχνα να βρω ένα κορδόνι, κάτι τι να δέσω, γιατί το φουστάνι ήταν φαρδύ, να μην μπαίνει το κρύο από κάτω».
«Από κει κατευθείαν για το μπλοκ, μας έδωσαν φαΐ για 24 ώρες και οδηγίες για την επόμενη μέρα στη δουλειά. Το πρωί μας ξύπναγαν, ακόμη σκοτεινά ήταν έξω και μέσα σε ένα τέταρτο βγαίναμε έξω πέντε πέντε στη σειρά να περάσει ο διοικητής να μας μετρήσει. Κι ο μη γένοιτο να λείπει καμιά – την επόμενη δήθεν την έπαιρναν στο νοσοκομείο επειδή ήταν ασθενής, αλλά δεν τη βλέπαμε καθόλου. Συνεπώς αντιληφθήκαμε πως και άρρωστες αν ήμασταν έπρεπε να πάμε δουλειά».
«Εγώ ήμουν στο καρτόφελ ντούνκελ. Πηγαίναμε κάθε πρωί έξω από το στρατόπεδο με τους Γερμανούς, πέντε πέντε στη σειρά στον σιδηροδρομικό σταθμό, εκεί ήταν τα βαγόνια γεμάτα πατάτες κι εμείς έπρεπε να τα κουβαλήσουμε στο στρατόπεδο για τους Γερμανούς. Σε κάτι δοχεία ξύλινα που τα κρατούσαμε δύο μπροστά δύο πίσω, γέμιζαν μέσα πατάτες, πάρα πολύ βαρύ ήταν και έπρεπε όλη μέρα να μεταφέρουμε πατάτες. Κι έκανε κρύο, χιόνι. Πάντοτε βρεγμένες από το πρωί από τα χαράματα μέχρι το βράδυ με μισή ώρα παύση το μεσημέρι. Μας έδιναν μια σούπα που ο θεός να βοηθούσε να ‘χε μέσα κανένα καρότο ή κανένα κομμάτι ρεπάνι και νερό ζεστό και συνεχίζαμε τη δουλειά μέχρι το βράδυ. Και αν έβλεπε ο Γερμανός πως αφήναμε το τράγκεν, το δοχείο κάτω, ερχόταν με το μπαστούνι μέχρις ότου λυγίσουμε μας χτυπήσουμε. Σκεφτόμασταν αν αξίζει τον κόπο να ζήσουμε».
«Ευτυχώς δεν έβλεπα τους φούρνους. Κι όταν ρώτησα αυτές που είχαν έρθει πριν από μας γιατί δεν βλέπουμε κανέναν απ’ αυτούς που είχαν έρθει μαζί μας, δεν το πίστευα, ότι ήταν δυνατόν να σκοτώνουν ανθρώπους μέσα σε θαλάμους ασφυξίας και ύστερα στον φούρνο. Νόμιζα πως αυτό είναι προπαγάνδα των Γερμανών. Όταν έμαθα όμως την αλήθεια τότε ήμουν πραγματικά απελπισμένη. Γιατί ναι μεν ήμουν εντελώς εξαντλημένη, αλλά ήξερα πως έχω δει τη μάνα μου και το αδερφάκι μου να μπαίνουν στο αυτοκίνητο. Και ήταν και οι άλλοι οι συγγενείς τα αδέρφια του πατέρα μου, τα ξαδέρφια, ο παππούς και η γιαγιά, οπωσδήποτε θα μπήκαν κι αυτοί στο αυτοκίνητο συνεπώς θα ζουν. Η μοναδική ελπίδα ήταν πως εάν εάν εάν εάν τελειώσει ο πόλεμος και εάν εάν εάν μας άφηναν ζωντανούς –γιατί ασφαλώς δεν θα μας άφηναν εν ζωή οι Γερμανοί για να μην πούμε τι έκαναν- και γυρίσω στην Ελλάδα ήμουν βέβαιη πως θα βρω τον πατέρα μου και ίσως και άλλους συγγενείς».

Η σιωπή

«Τον Ιανουάριο του 1945 μπήκαν οι Ρώσοι για να απελευθερώσουν την Πολωνία. Οι Γερμανοί κατέστρεψαν ό,τι μπορούσαν για να μην βρουν τίποτα. Άδειασαν τα στρατόπεδα και όσοι μπορούσαν να σταθούν στα πόδια, μας ετοίμασαν να οπισθοχωρήσουμε μαζί τους για να εργαστούμε στα εργοστάσια όπλων. Πάνω στα χιόνια άνδρες μπροστά, χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες κι από πίσω γυναίκες κι όποιος δεν μπορούσε να περπατήσει βιαστικά απάνω στα χιόνια με ξύλινη σόλα -ήταν πολύ δύσκολο να περπατήσει κολλούσε ο πάγος από κάτω σαν κώνος, δεν έχω δει τέτοιο πράμα στην ζωή μου- τον σκότωναν αμέσως και κάθε φορά που ακούγαμε μια σφαίρα ξέραμε ότι κάποιος από μας δεν ζει. Δεξιά αριστερά βλέπαμε τα πτώματα των ανδρών.
Μείναμε στο εργοστάσιο μέχρι την 1η Μαΐου 1945, όταν τελείωσε ο πόλεμος. Σηκωθήκαμε ένα πρωί και οι Γερμανοί είχαν φύγει, τα σκυλιά έλειπαν. Στην αρχή δεν πιστεύαμε, νομίζαμε πως ήταν όνειρο, μα πραγματικά είχαμε απελευθερωθεί. Ύστερα από τρεις-τέσσερις ώρες μπήκαν οι Ρώσοι. Απ’ όλη την οικογένεια μόνο τα αδέρφια του πατέρα μου που ήταν στην Αθήνα επέζησαν, γιατί κατόρθωσαν να κρυφτούν σε διάφορες συνοικίες».
«Δεν ήμουν σε θέση να μιλήσω για αυτό μέχρι να βγω στη σύνταξη. Μέχρι να μεγαλώσουν τα παιδιά, εργασία από το πρωί μέχρι το βράδυ, γιατί ήταν πολύ δύσκολη η ζωή στο Ισραήλ στην αρχή και έπρεπε να εργαστούμε, δεν είχαμε τίποτα. Ο σύζυγός μου ήξερε, τα παιδιά μου δεν ήξεραν. Αλλά προσπαθούσε να μην ρωτάει, όσο μπορεί γιατί νόμιζε πως θα ‘ρθουν στο μυαλό μου όλες οι φωτογραφίες και προτιμούσε να μην μιλάμε για αυτό. Η αλήθεια είναι πως ούτε αυτό ήταν καλό κι όταν βγήκα στη σύνταξη αισθάνθηκα σαν ένα μπουκάλι έτοιμο να σπάσει. Πήγα στο Εκπαιδευτήριο του Ολοκαυτώματος στην Ιερουσαλήμ κι εκεί κατόρθωσα σιγά σιγά να πω κλαίγοντας τι μου συνέβη, αλλά έβγαλα ό,τι ακριβώς είχα. Και αισθάνθηκα θεραπευμένη».

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 7/2/2015

Advertisements

2 thoughts on “Το νούμερο 77132

  1. Συγχαρητήρια για τη συνέντευξη. Φέρνει δάκρυα στα μάτια, τέτοιες απίστευτες εμπειρίες και τέτοια ανείπωτα βασανιστήρια και απάνθρωπες πράξεις.
    Ευχαριστούμε πολύ που διαδίδετε αυτού του είδους τον Λόγο, δεν έχω λόγια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s