«Φιλιά εις τα παιδιά»

Το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ προβλήθηκε στην Πάφο

20150405_Loules_filia_eis_ta_paidia

Ο Βασίλης Λουλές μιλά για το ντοκιμαντέρ του με θέμα πέντε Εβραιόπουλα που επέζησαν του Ολοκαυτώματος και ένα ερώτημα: πώς είναι για ένα παιδί να περνάει ενάμιση χρόνο κλεισμένο σε ένα διαμέρισμα, χωρίς να παίζει, χωρίς να φωνάζει, να ‘χει άλλο όνομα

Συνέντευξη στη Χρύστα Ντζάνη | Φωτογραφία Παύλος Βρυωνίδης*

Το 1941, όταν οι ναζί κατέλαβαν την Ελλάδα, στη χώρα ζούσαν 73.000 Εβραίοι. Οι πλείστοι εξ αυτών στη Θεσσαλονίκη, την αποκαλούμενη και «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων», εξαιτίας της μεγάλης και ανθούσας εβραϊκής κοινότητας, που αποτελούσε το ήμισυ του πληθυσμού της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα. Μετά το τέλος του πολέμου, μόνο 8.500 Έλληνες Εβραίοι γύρισαν ζωντανοί από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Άλλοι τόσοι κατάφεραν να διασωθούν κρυμμένοι στην ενδοχώρα, ενώ 2.000 διέφυγαν στη Μέση Ανατολή. Συνολικά, 55.000 Εβραίοι της Ελλάδας εξοντώθηκαν στο πλαίσιο της «Τελικής Λύσης» που είχε οραματιστεί ο Χίτλερ για μια Ευρώπη «ελεύθερη από Εβραίους» [Judenrein]. Στη δε Θεσσαλονίκη επέστρεψαν μόλις 1.950. Σε κάποιο από τα μεγάλα τρένα που ξεκινούσαν ασφυκτικά γεμάτα από τον σιδηροδρομικό σταθμό με προορισμό το Άουσβιτς, ένας πατέρας πρόλαβε να γράψει ένα σημείωμα προς τη γυναίκα του σε ένα χαρτάκι. Το γράμμα του τέλειωνε με τη σημείωση «Φιλιά εις τα παιδιά». Ο ίδιος θανατώθηκε, όμως τα παιδιά του επέζησαν, κρυμμένα με χριστιανικά ονόματα σε σπίτια χριστιανών για ενάμιση χρόνο. Το υστερόγραφο του πατέρα έγινε ο τίτλος του συγκινητικού ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ, ο οποίος συνάντησε πέντε Εβραιόπουλα που επέζησαν χάρη στη γενναιότητα Ελλήνων χριστιανών. Το πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ προβλήθηκε πριν από μερικές μέρες για πρώτη φορά στην Κύπρο, στην Πάφο, και ο Βασίλης Λουλές μίλησε στο «Π» για τα μηνύματά του.

20150405_Loules_filia_eis_ta_paidia (1)

Θεωρείτε ότι είναι πάντα επίκαιρο το Ολοκαύτωμα;

Είναι επίκαιρο και θα είναι πάντα επίκαιρο, γιατί είναι μια ιστορία που ξεφεύγει από οποιαδήποτε προηγούμενη γενοκτονία. Ήταν τόσο επιστημονικά και μαθηματικά οργανωμένη και τόσο ψυχρά, που είναι κάτι που θα αφορά την ανθρώπινη φύση σε όλους τους αιώνες.
Η Χάνα Αρέντ το περιέγραψε ως «κοινοτοπία του κακού», ότι ποτέ άλλοτε σε μια γενοκτονία δεν υπήρχαν τόσο λίγοι συνωμότες και τόσοι πολλοί εκτελεστές. Πιστεύετε πως είναι τόσο απλό να επιβληθεί στην ανθρώπινη συνείδηση ο μηχανισμός της καταστροφής;

Φαίνεται ότι είναι. Πόσο απλό είναι δεν ξέρω. Αλλά σίγουρα μέσα από μια διαδικασία παραπλάνησης, προπαγάνδας και πολλών άλλων πραγμάτων φτάνει στο σημείο να μπορεί να γίνει, έγινε κι αλλού δηλαδή. Σε τέτοια έκταση όχι, αλλά έγιναν και γίνονται πολλά μαζικά εγκλήματα με τη συμμετοχή πολλών, πάρα πολλών θυτών.

Τα παιδιά του ντοκιμαντέρ είχαν πλήρη εικόνα τού τι συνέβαινε;

Αν εννοείτε εικόνα του τι συνέβαινε στο Άουσβιτς, δεν είχαν ιδέα, ούτε οι μεγάλοι ήξεραν. Για τον λόγο που κρύβονταν, γνώριζαν. Ήξεραν ότι τους κυνηγούσαν οι Γερμανοί, ότι είχαν ψεύτικα ονόματα, ότι δεν μπορούσαν να βγουν έξω, να μην τους δουν, να μην τους καταλάβουν. Ζούσαν κρυφά, είχαν μια κρυφή ζωή. Ήξεραν πολύ καλά ότι έπρεπε να κρύβονται και ότι ο κίνδυνος ήταν οι Γερμανοί.

Και πώς θυμούνται εκείνα τα γεγονότα;

Αυτό είναι ολόκληρη η ταινία! Η ταινία είναι ένας τρόπος να τους κάνει να ξαναμιλήσουν για τα συναισθήματα που είχαν τότε, για τις στιγμές που ζούσαν τότε, για τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν τα γεγονότα. Δεν μπορώ να το περιγράψω ακριβώς τι είναι, αλλά η ταινία είναι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ακριβώς: πώς είναι για ένα παιδί να περνάει ενάμιση χρόνο κλεισμένο σε ένα διαμέρισμα, χωρίς να παίζει, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να τρέχει, χωρίς να μπορεί να βλέπει άλλα παιδιά, μόνο από το τζάμι να κοιτάζει κάτω την κίνηση, να ‘χει άλλο όνομα. Είναι μια μετάλλαξη της παιδικής φύσης. Παιδιά τα οποία αναγκάστηκαν να ξεχάσουν ότι είναι παιδιά, τα οποία μεγάλωσαν απότομα.

Έχουν επουλωθεί οι πληγές;

Όχι. Αυτό φαίνεται στην ταινία. Δεν μπορούν να επουλωθούν οι πληγές, απλώς μαθαίνεις να ζεις με τις πληγές σου. Όπως και όλοι οι άλλοι άνθρωποι, έτσι κι αυτοί έμαθαν να ζουν με τις πληγές τους, κρύβοντάς τες στην αρχή, ώσπου κάποια στιγμή αυτές οι στιγμές ξαναεμφανίστηκαν και άρχισαν να ζητάνε γιατρειά. Ποτέ δεν κλείνει, υπάρχει ένα χάσμα πάνω σου, ένα τραύμα το οποίο συνεχώς χρειάζεται να θεραπεύεις.

Τι απέγιναν μετά τον πόλεμο, έμειναν όλοι στην Ελλάδα;

Ναι, αυτοί που διάλεξα εγώ έμειναν όλοι στην Ελλάδα. Υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι φύγανε, είναι στην Αμερική, στην Αυστραλία, στο Ισραήλ. Αυτοί που διάλεξα εγώ ήταν άνθρωποι που είχαν παραμείνει Έλληνες – Έλληνες ήταν κι αυτοί που έφυγαν, αλλά αυτοί είναι άνθρωποι που έζησαν την Ελλάδα σε όλο της το μεγαλείο, με τα μεταπολεμικά της καλά και κακά και έζησαν όλη τους τη ζωή στην Ελλάδα.

Και υπάρχουν ανάμεσά τους και άνθρωποι που έχασαν και τους γονείς και βρέθηκαν ολομόναχοι;

Ναι. Ολομόναχοι όχι, αλλά έχασαν τον πατέρα ή τους δικούς τους.

Στη Θεσσαλονίκη, που ήταν η μεγαλύτερη κοινότητα της χώρας, οι Εβραίοι σχεδόν εξοντώθηκαν εξολοκλήρου και δεν έτυχαν της στήριξης των χριστιανών. Αντίθετα, στην Αθήνα ή στην Ζάκυνθο οι χριστιανοί και οι Αρχές τούς βοήθησαν να κρυφτούν. Τι πιστεύετε ότι καθόρισε την τύχη των Εβραίων της Ελλάδας κατά τόπους;

Είναι πολλά πράματα. Έχει να κάνει με τον αριθμό των Εβραίων που υπήρχαν σε κάθε τόπο. Αλλιώς είναι μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη που είχε 250.000 άτομα, από τους οποίους οι 65.000 ήταν Εβραίοι. Είναι διαφορετικό να πρέπει να κρύψεις το ένα τέταρτο του πληθυσμού σου, αυτό δεν γίνεται. Κι αλλιώς μια πόλη που είχε μικρό αριθμό που μπορεί να τους φυγαδεύσει στα βουνά. Έχει σημασία επίσης πώς ήταν οι σχέσεις της κάθε εβραϊκής κοινότητας με την υπόλοιπη πόλη. Υπήρχαν κοινότητες οι οποίες ζούσαν εκεί πριν από τον Χριστό, στα Γιάννενα και αλλού. Ήταν πια άνθρωποι που είχαν ελληνική κουλτούρα, ελληνική γλώσσα, εντελώς αφομοιωμένοι στο περιβάλλον. Ενώ στη Θεσσαλονίκη είχαν έρθει το 1.500, ήταν ακόμα πρόσφατη η παρουσία τους, μιλάγανε τα ισπανοεβραϊκά και είχαν σχέσεις όχι πάντα καλές με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Είναι οι σχέσεις που είχαν με τον υπόλοιπο πληθυσμό, το αν είχαν αφομοιωθεί ή όχι, το αν υπήρχε αντάρτικο ή όχι, αν υπήρχαν κοντά βουνά ή άλλοι δρόμοι διαφυγής, αν οι ηγεσίες των κοινοτήτων τους ήταν διορατικές και εμπνευσμένες και τολμηρές ή ήταν άνθρωποι δειλοί και φωτισμένοι, πολλά έπαιξαν ρόλο.

Τι μας διδάσκει η ιστορία του Ολοκαυτώματος σήμερα;

Μας διδάσκει να επαγρυπνούμε και να μαθαίνουμε να σεβόμαστε και να αγαπάμε τους διαφορετικούς. Και το άλλο που μας διδάσκει είναι ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για το χειρότερο.

Και η ιστορία που προβάλλετε εσείς, ότι μέσα στον χαμό κάποιοι ρίσκαραν για να βοηθήσουν πέντε παιδιά;

Ακριβώς το ανάποδο: ότι υπάρχει πάντα κάποιος που μπορεί να σε βοηθήσει, υπάρχει πάντα ελπίδα, πάντα δυνατότητα κάποιος να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να αψηφήσει τη ζωή του για να βοηθήσει.

*Δημοσιεύτηκε στο «Παράθυρο» του «Πολίτη» στις 5/4/2015.

Advertisements

One thought on “«Φιλιά εις τα παιδιά»

  1. Συγχαρητήρια για την πολύ καλή συνέντευξη. Είναι ενθαρρυντικό να βλέπει κανείς ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεχνάνε.

    Το τελευταίο σημείωμα του πατέρα Σούση, σε σελίδα σημειωματαρίου του 1937:

    Αγαπητή μου Λουίζα
    Σήμερον εφύγαμε με τα τρένα
    […]* … με Μποχώρ, Μπαμπά Σαμ, Εστερ, Ρένα, Ισαάκ.
    Σας φιλώ και καλή Αντάμοσιν.
    Φιλιά εις τα παιδιά

    * […] Λέξη που δεν βγάζουμε.

    Από:
    «Καλή αντάμωσιν, Φιλιά εις τα παιδιά», το τελευταίο σημείωμα του πατέρα, 02/04/1944
    http://xyzcontagion.wordpress.com/2013/03/07/filia-eis-ta-paidia-simeioma-patera/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s