Αθλήτρια ετών 98

Η κ. Ειρήνη Παφίτη η γηραιότερη αθλήτρια στο πρόγραμμα «Αθλητισμός Για Όλους»

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΓΟ

Εφτά χρονών την επιστράτευσε ο δάσκαλος να διδάσκει γυμναστική στους μικρότερους μαθητές τού Σύσκληπου Κερύνειας. Στα γεράματα, ξανάπιασε τη γυμναστική για λόγους υγείας. Θυμάται τη ζωή της όλη και εύχεται ειρήνη μόνο…

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ*

Στα 98 της χρόνια, η κ. Ειρήνη Παφίτη βραβεύτηκε το προηγούμενο Σάββατο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως το μεγαλύτερο εν ενεργεία μέλος του προγράμματος «Αθλητισμός Για Όλους».

Κι όταν έσκυψε για να της δώσει την πλακέτα ο κ. Αναστασιάδης, το μόνο πράγμα που ευχήθηκε ήταν «ειρήνη σε όλο τον κόσμο». Όπως το λέει και το όνομά της, δηλαδή, που δεν επιλέχθηκε τυχαία. Η κ. Παφίτη γεννήθηκε στον Σύσκληπο Κερύνειας τ’ Άη Δημήτρη, στις 26 Οκτωβρίου 1917. «Πώς και δεν σας έβγαλαν Δήμητρα;», τη ρώτησα, όταν με υποδέχθηκε στην κάμαρή της, σε ένα μικρό σπίτι στον Άγιο Δομέτιο, γεμάτο οικογενειακές φωτογραφίες, βιβλία και μικρά ενθύμια αλλοτινής αγροτικής ζωής. «Με έβγαλαν Ειρήνη γιατί ήταν ο πόλεμος τότε, ήταν να ειρηνεύσει. Και ήταν κι η γιαγιά μου Ειρήνη», λέει.
Με πλήρη διαύγεια πνεύματος, είναι από εκείνους τους ηλικιωμένους που δεν χρειάζεται να τους ρωτάς και πολλά, διηγούνται μόνοι τους τη μια ιστορία μετά την άλλη, εν προκειμένω τις ιστορίες ενός αιώνα. Με τη γυμναστική η σχέση της βαστάει από παιδί. Τότε που ο δάσκαλος, όταν αρρώστησε, της ανέθεσε να γυμνάζει τους μικρότερους μαθητές του χωριού. «Δεν ήθελε η μαμά μου να πάω σχολείο, γιατί είχαμε πολλές δουλειές. Μόλις τέλειωναν οι εργάτες το βράδυ, είχαμε μια τραπεζαρία όσο πιάνει το σπίτι εδώ. Καθίσκαν, τρώγαμεν κουτσιά και πατάτες, δεν είχεν άλλο φαΐ. Έφευγαν οι εργάτες, μου έλεγε ο δάσκαλος, άντε τώρα να κάνουμε μάθημα. Ώρα δέκα-έντεκα το βράδυ κάναμε μάθημα, μου έδειχνε ο δάσκαλος. Μετά αρρώστησε ο δάσκαλος και είπεν μου «άντε, να κάνεις τη γυμναστική, πρώτης, δευτέρας, τρίτης τάξης. Ύστερα που παντρεύτηκα είχα καιρό να κάνω γυμναστική; Είχα μόνη μου τέσσερα παιδιά, ήταν δαμέσα γεμάτος ο τόπος. Οι συγγενείς του αντρός μου δεν είχαν πού αλλού να παν. Μέχρι τώρα με αγαπούν, με σέβονται. Εν τζαι συγχύστηκαν. Οι χωρκανοί συγχύστηκαν γιατί ήμουν η μικροκόρη του μουχτάρη και πήρα έναν φτωχό. Ήταν φτωχός, αλλά ήταν επιμελής, ήταν καλός. Ήταν φτώχεια τότε».

Τρεις πόλεμοι κι η Ειρήνη
«Ο άντρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος στα κτίσματα. Το Προεδρικό που το έκρουσαν ο άντρας μου το έφτιαξε. Έχτισε όλα τα κυβερνητικά κτήρια και γύριζε τα χωριά, εγώ μόνη μου πού να πάω; Εν είχα κανέναν, η μάμα μου είχε τον παπά μου άρρωστο. Εχάρτωσέν με την Κυριακή και την Πέμπτη αρρώστησε. Πε πε ο κόσμος, εσαντάνωσάν τον. Πενήντα χρόνια μουχτάρης. Λαλεί μου, να αναλάβεις ευθύνες, είσαι 16 χρονών. Σχολείο δεν θα πας έξω πούποτε».
Πέντε γέννες, τέσσερα μωρά. Το τρίτο αρρώστησε και πέθανε. «Ήμουν αγκαστρωμένη την κόρη μου κι η γυναίκα του νέου δασκάλου, μας είχαν στείλει οι Εγγλέζοι έναν Σκωτσέζο για να μας φάνε τη γλώσσα μας, ήταν δικηγόρος, έκαμεν ένα ωραίο σακκούι του μωρού, παπουτσούθκια για δώρο. Λαλεί μου, που εννά γεννήσεις είντα ’ν’ που ένα φκάλεις την κόρη σου; Μαρία, την έχω ταμένη στην Παναγία, γιατί ήθελα κόρη, δεν έχω κόρη. Έκαμα τέσσερις γιούες, ο τρίτος πέθανε. Έπιασε βρογχοπνευμονία και άργησε ο γιατρός να έρθει. Δόξα σοι ο Θεός. Έν’ τούτα. Είντα ’ν’ που να σου πω, κόρη μου; Τωρά μαραζώνω, δεν θέλω να δω τηλεόραση, δεν θέλω να δω πόλεμο. Ετράβησα πολλά. Ο μεγάλος ο γιος μου χάθηκε δεκαπέντε μέρες στον πόλεμο. Ήταν μεσ’ στους υπονόμους στον Τράχωνα, δεκαπέντε μέρες με τον αδερφότεκνό μου. Τον χτύπησε βόλι στον Προφήτη Ηλία κι έβγαλε κόρη Ήλια, που τον έσωσε. Δόξα σοι ο Θεός πέρασα καλά, και καλά και δύσκολα». Όση ώρα μιλάμε, αναφέρεται συχνά στον πόλεμο και στην ειρήνη – σάμπως να «χόρτασε» από πολέμους (έζησε τρεις) και να είναι καταδικασμένη από το όνομά της να αποζητά την ειρήνη. Θυμάται τον βαφτιστικό της, αγνοούμενο, που μια νύχτα ήρθε στο όνειρο και της είπε «Που εννά γίνει ειρήνη, εννά ’ρτω να σε εύρω». «Πότε εννά γίνει;», με ρωτά.
Κι ύστερα ο νους γυρίζει ξανά στα παλιά. Τότε που οι άνθρωποι ζητούσαν από τους αγίους να τους φανερώσουν τα μελλούμενα. «Ο πρώτος γιος λαλεί μου, εν θέλω να πάω να σπουδάσω. Θα φύγω από το σχολείο. Πάμε στη Φανερωμένη, λαλώ του, να σου φανερώσει καμιά δουλειά. Πήγαμε στη Φανερωμένη, βγήκαμε, είχε έναν ηλεκτρολόγο απέναντι, Νίκο τον έλεγαν. Λαλώ του, θέλεις κανένα τσιρακούι; Γιατί όχι, λαλεί μου; Που την πρώτη βδομάδα τον πλήρωσε κιόλας, έν’ καλόν παιδί, λαλεί μου, να τον χαίρεσαι. Πήγαινε, ερχόταν μεσάνυχτα. Δεν είναι σαν τώρα που δουλεύουν οχτάωρο, ύστερα κέρδισαν το οχτάωρο. Με ένα ποδήλατο κι ήταν νερά – έβρεχε πολύ τότε, δεν είναι σαν τώρα. Να ’ναι καλά τα παιδιά όλου του κόσμου και τα δικά μου καλά, υγεία να ’χουν».
Μαγειρεύει ακόμα και κάνει τα γλυκά της. Μου λέει τη συνταγή για τα κουλουράκια απ’ έξω. Με τη γυμναστική δε καταπιάστηκε ξανά από ανάγκη, στα γεράματα. «Κάμνω τα τούτα ούλλα και τις θυσίες και περπατώ με το ζόρι γιατί έμεινα μια μέρα και δεν σηκώθηκα, δεν τάρασσε μόνο του το πόδι. Με πήρε η κόρη μου στον φυσιοθεραπευτή, αλλά ήθελε 30 ευρώ κάθε φορά. Εκεί κάτω (σ.σ.: στο πρόγραμμα «Αθλητισμός Για Όλους») δίνουμε 10 ευρώ τον μήνα. Έχει πολλά πράματα, κομπιούτερ, γυμναστική, ό,τι θέλεις. Εγώ πάω δυο φορές την εβδομάδα και κάνω γυμναστική για το πόδι μου. Έπιασα υγρασία που το παράθυρο και πονούν τα πόδια, τα δάχτυλα», μου λέει.
Στον Σύσκληπο επέστρεψε μια φορά, αλλά δεν βρήκε τίποτα. «Εν έχει Σύσκληπο. Εκάτσαν τα ’που γης. Το σπίτι μου ήταν τρίπατο και άνοιγε μεσ’ στον δρόμο, τον άσφαλτο. Τώρα είναι γης. Ούτε υπήρχαν σπίτια, ούτε υπάρχουν. «Πηαίνετε έσσω σας». Είνταλως εννά πάμεν; Αν μας τα χτίσουν, να πάμε. Να παν οι Τούρκοι έσσω τους, να πάμεν εμείς στα δικά μας. Εδώκαν μου μια πλακέτα προχτές για τη γυμναστική και λαλώ του Προέδρου, φρόντισε να γίνει μια ειρήνη στον κόσμο, να ζήσεις, να κάμεις το έργο που υποσχέθηκες. Υποσχέθηκε να ανοίξει την Κύπρο. Να μεν εν μοιρασμένη. Μα, ξέρεις τι καλά περνούσαμε με τους Τούρκους; Είχα τόσες φιλενάδες Τουρκούες, έπλεκαν ωραία. Έπρεπε να ζήσουμε αγαπημένοι, αφού κι οι Τουρκοκύπριοι έν’ Κυπραίοι. Έπρεπε ο Μακάριος να τους δώσει τα καντόνια που θέλασι. Εν το εκάμαν έτσι, όχι τζείνοι έν’ αριστεροί, όι τζείνοι έν’ δεξιοί, τα κόμματα. Τους πολιτικούς, έτσι που τους θωρώ να μαλώνουν με πιάνει το άγχος. Θα φάμε ο ένας τον άλλο».
Στα 98 της χρόνια δεν χωρά κακή κουβέντα για κανέναν. Μόνο ευγνωμοσύνη και ευχές. «Εγώ αναγιώθηκα με δασκάλους, όχι με τους γονείς μου, είχαν πολλές δουλειές. Είχε δυο υπηρέτριες, μια για το πλύμμα, μια για το σίδερο. Ύστερα καταπέσαμε να είμαστε εμείς δούλες. Τι να κάνουμε; Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν. Πολλά τα χρόνια. Τούν’ τα σιέρκα εν έμειναν δουλειές που δεν έκαναν. Ελάλουν να πεθάνω, τόσες ενέσεις μου έκαναν όσα έχω μαλλιά. Δόξα σοι ο Θεός, καλά είμαι. Μακάρι τα παιδιά μου να ζήσουν, να ’ναι καλά, να μην υποφέρουν και δεν θέλω τίποτε. Του κόσμου όλου τα παιδιά, όχι μόνο τα δικά μου. Προσεύχομαι για όλο τον κόσμο. Έζησα πολλά χρόνια, μα τι να τα κάμω; Να κάμουμε καλά έργα, να του αρέσουν του Θέου. Τζείνος ξέρει».

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 11/4/2015

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s