Οι εικόνες αφηγούνται την ιστορία τους

Η συντήρηση των θησαυρών του Μονάχου μαρτυρά τη λεηλασία του Ντικμέν

dora_matar

Της Χρύστας Ντζάνη*

Πόσο απέχει η Λευκωσία από το Μόναχο; Περίπου 24 χρόνια – τόσα χρειάστηκαν για να επιστρέψουν στην Κύπρο εκατοντάδες εικόνες, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά που αφαιρέθηκαν τα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή από τις εκκλησίες και τα μνημεία στα κατεχόμενα. Το μεγάλο ταξίδι των κειμηλίων -που είναι πολύ λιγότερα από τα μισά όσων αφαίρεσε ο Τούρκος αρχαιοκάπηλος Αϊντίν Ντικμέν- δεν έχει τελειώσει, καθώς εκκρεμεί ακόμη η επιστροφή ορισμένων που αναμένεται να αγοραστούν σε πλειστηριασμό, αφού δεν έγινε κατορθωτό να τεκμηριωθεί η κυπριακή προέλευσή τους. Πλέον, στα εργαστήρια του Βυζαντινού Μουσείου και του τμήματος Αρχαιοτήτων τα έργα, καθώς παίρνουν το ένα μετά το άλλο τον δρόμο της συντήρησης και αποκατάστασής τους, «αφηγούνται» στους συντηρητές την ιστορία τους: τη φθορά του χρόνου που κουβαλούν αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τη βιαιότητα της εξαγωγής τους από τον αρχαιοκάπηλο και κυρίως τις μετατροπές που έκανε είτε για να μπορέσει να τα μεταφέρει ή για να τα πουλήσει σε καλύτερη τιμή. Για τους λεηλατημένους κυπριακούς θησαυρούς που έρχονται από το Μόναχο η περιπέτεια θα τελειώσει μόνο όταν επιστρέψουν ο καθένας στον χώρο του. «Προσωρινά θα μπουν στην έκθεση, αλλά ο σκοπός είναι να είναι έτοιμα όταν έρθει η ώρα της επιστροφής να τοποθετηθούν στους ναούς απ’ όπου προέρχονται. Όσα μπορούν να πάνε πίσω, θα είναι καλά να πάνε πίσω. Είναι κρίμα να μείνουν τα κατεχόμενα χωρίς τοιχογραφίες και εικόνες», ανέφερε στον «Π» ο διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου Γιάννης Ηλιάδης.

Ιντιανάπολη, 1991

Αν και η λεηλασία των κυπριακών εκκλησιών στα κατεχόμενα ήταν ήδη γνωστή από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, η πρώτη ένδειξη για το πού βρίσκονται ήρθε το 1991, όταν στην Ιντιανάπολη των ΗΠΑ εντοπίστηκαν στην κατοχή μιας αντικέρ τα ψηφιδωτά της Παναγίας Κανακαριάς. Στη δίκη που ακολούθησε, η αντικέρ δήλωσε πως τα είχε αγοράσει από τον Τούρκο αρχαιοκάπηλο Αϊντίν Ντικμέν έναντι 1 εκατ. ευρώ, με στόχο να τα πουλήσει η ίδια προς 20 εκατ. ευρώ. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1997, προτάθηκε στην Εκκλησία της Κύπρου να αγοραστούν 33 σπαράγματα του Αντιφωνητή και ένα σπάραγμα ψηφιδωτού, κι η Εκκλησία αποδέχθηκε την πρόταση με την προϋπόθεση ότι θα παρακολουθούσαν την αγοραπωλησία για να βρουν την έδρα του Ντικμέν. Πράγματι, τα ίχνη του Τούρκου αρχαιοκάπηλου εντοπίστηκαν από την Ιντερπόλ και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου η γερμανική αστυνομία, με εφόδους της σε διαμερίσματα του Ντικμέν στο Μόναχο, εντόπισε 260 αρχαιολογικούς και εκκλησιαστικούς θησαυρούς, τοιχογραφίες, εικόνες, ψηφιδωτά και χειρόγραφα, αλλά και άλλα στοιχεία που πιστοποιούσαν την κλοπή των μνημείων από τον ίδιο τον Ντικμέν. Όπως οι φωτογραφίες του με το ψηφιδωτό του Αποστόλου Ανδρέα, η τύχη του οποίου ακόμα αγνοείται. Βρέθηκαν επίσης εργαλεία συντήρησης, ψηφίδες, το βαλιτσάκι με τις ψηφίδες με τις οποίες έφτιαχνε δικά του ψηφιδωτά κ.ά. Αν και η ανακάλυψη ήταν όντως εντυπωσιακή, ήταν ήδη πολύ αργά: δύο δεκαετίες μετά, ο Ντικμέν είχε πουλήσει πολύ μεγάλο μέρος των κυπριακών θησαυρών, που σήμερα υπολογίζεται πως κοσμούν πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Τουρκία, τη Ρωσία, την Ελβετία, την Ολλανδία, την Αγγλία, την Αυστραλία κ.ά. Είναι ενδεικτικό πως το 1985 ένα ίδρυμα από το Χιούστον του Τέξας αγόρασε την τοιχογραφία του Αγίου Ευφημιανού της Λύσης από τον Ντικμέν (38 τεμάχια), κι όταν είδε ότι είχε και σπαράγματα ψηφιδωτών και κατάλαβε ότι ήταν της Κανακαριάς, υποχρέωσε τον αρχαιοκάπηλο, προκειμένου να κλείσει η συμφωνία, να στείλει στην Εκκλησία της Κύπρου τα σπαράγματα. Ο Ντικμέν έστειλε τέσσερα, εκ των οποίων τα δύο ήταν πλαστά.

Ανενόχλητος

Προκειμένου να δράσει ανενόχλητος, ο Ντικμέν εκμεταλλεύτηκε το νομικό καθεστώς της Βαυαρίας, το οποίο δεν υποχρεώνει τον αρχαιοκάπηλο να αποδείξει την προέλευση των αντικειμένων, αλλά αντιθέτως πρέπει να αποδείξει αυτός που διεκδικεί ένα κειμήλιο ότι προηγουμένως του ανήκε. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη δυσκολία που συναντούν σήμερα οι κυπριακές αρχές για να επαναπατρίσουν τους κυπριακούς θησαυρούς, αφού για πολλά έργα, κυρίως τοιχογραφίες, δεν υπάρχουν φωτογραφίες που να τεκμηριώνουν ότι προέρχονται από τα κατεχόμενα. Όπως επισημαίνει ο κ. Ηλιάδης, ο Ντικμέν έδρασε στην Κύπρο το 1975 και για 22 χρόνια πουλούσε ανενόχλητος τις κυπριακές αρχαιότητες. Έτσι, πολύ λίγα από τα πιο παλιά έχουν σήμερα εντοπιστεί, καθώς ήταν τα πρώτα που πουλήθηκαν. «Έχουν περάσει πάρα πολλά από τα χέρια του. Έχουμε βρει μόνο λίγες εικόνες του 16ου αιώνα, κάποιες του 14ου και τα περισσότερα είναι μεταγενέστερα. Τα πιο πολλά τα έχει ήδη πουλήσει, είναι ήδη σε συλλογές κρυμμένα. Θα τα δούμε σιγά-σιγά μετά από χρόνια να εμφανίζονται». Για άλλα 60 αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του Ντικμέν στο Μόναχο στάθηκε αδύνατη η τεκμηρίωση και πρόκειται να βγουν σε δημοπρασία, και αφού το δικαστήριο έβαλε πρόστιμο στον Ντικμέν, και η Κυπριακή Δημοκρατία έχει προτεραιότητα για την αγορά τους. Συνολικά, οι εικόνες που έχουν επιστραφεί προέρχονται από τουλάχιστον 50 διαφορετικές εκκλησίες, αν και για ορισμένες από αυτές δεν έχει ξεκαθαριστεί η προέλευσή τους. Ο Ντικμέν έδρασε σε ολόκληρη την κατεχόμενη Κύπρο, από τα ανατολικά στα δυτικά και από τον βορρά στον νότο, αφαιρώντας εικόνες, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά. Από τη λεηλασία του γλύτωσαν μόνο η Παναγία η Ασπροφορούσα στο Μπέλλα Πάις, ο ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην Αμμόχωστο, ο Άγιος Μάμας στη Μόρφου, η Παναγία στο Τρίκωμο, εκκλησίες στο Ριζοκάρπασο και οι εκκλησίες στα μαρωνίτικα χωριά. «Αυτό που κάνει εντύπωση είναι η συνεργασία που είχε με τις κατοχικές δυνάμεις, διότι κατάφερε και μπήκε σε περιοχές που ήταν στρατόπεδα, όπως π.χ. στην Αχειροποίητο ή στον Άγιο Ευφημιανό στη Λύση, όπου όλη η περιοχή ήταν στρατόπεδο. Μάθαμε ότι είχε διασυνδέσεις με τα Ηνωμένα Έθνη. Οι εικόνες του Αγίου Ευφημιανού έφυγαν με αυτοκίνητο των ΗΕ μέσω Λάρνακας», αναφέρει ο κ. Ηλιάδης. Παραθέτει μάλιστα το παράδειγμα του πρίγκιπα Alfred zur Lippe-Weissenfeld, ο οποίος το 1976 υπηρετούσε ως αντιπρόσωπος του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στη Λευκωσία. Εκμεταλλευόμενος τη θέση του, ο πρίγκιπας πηγαινοερχόταν στα κατεχόμενα και συγκέντρωνε εικόνες και αρχαιότητες στο σπίτι του, και συνελήφθη το 1979 όταν προσπαθούσε να τις στείλει με διπλωματικό σάκο στη Βιέννη για την αντικερί της συζύγου του.

eikones_cargo.jpg

Ειδικοί τεχνίτες

Ο Ντικμέν έδρασε με ομάδα συνεργατών οι οποίοι αρχικά δεν είχαν καλή γνώση της συντήρησης, για αυτό και στην προσπάθειά τους να αποτοιχίσουν κάποιες τοιχογραφίες έβγαλαν ένα κομμάτι μόνο ή άφησαν την κόλλα στον τοίχο, κάτι που φαίνεται στον Αντιφωνητή. Αντίθετα, η αποτοίχιση του Αγίου Ευφημιανού στη Λύση έγινε με πάρα πολύ αριστοτεχνικό τρόπο, καθώς, όπως έγινε αργότερα γνωστό, ο Ντικμέν φρόντισε στο μεταξύ να φέρει τεχνίτες τους οποίους είχε εκπαιδεύσει σχετικά, ώστε τα έργα να αφαιρεθούν σε καλύτερη κατάσταση και ο ίδιος να μπορεί να τα πωλήσει όσο το δυνατόν καλύτερα. Είναι χαρακτηριστικό το ότι υπάρχει τοιχογραφία της οποίας μόνο η ζωγραφική επιφάνεια είναι κολλημένη πάνω σε χαρτί. Όσα αντικείμενα είχαν συντηρηθεί πριν από τον πόλεμο ήταν σε καλύτερη κατάσταση, ενώ άλλα, ασυντήρητα για αιώνες, είναι σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ο Άγιος Ιγνάτιος, όπου η παράσταση είναι σε κομματάκια και οι συντηρητές πρέπει να κάνουν ένα παζλ για να την επαναφέρουν.

Η κακοποίηση των εικόνων

Η αφαίρεση των κειμηλίων δεν ήταν η μοναδική φθορά που υπέστησαν. Ο Ντικμέν φρόντισε να παρέμβει σε κάθε έργο ξεχωριστά, ακόμα και στις εικόνες, κάτι που σήμερα «διαβάζουν» οι συντηρητές. Στην περίπτωση μιας εικόνας, έβγαλε τη ζωγραφική επιφάνεια και την κόλλησε σε ένα βημόθυρο, για να μην ανακαλύψει κάποιος από πού κλάπηκε και, μάλιστα, ίσως να την αφαίρεσε και να την έβαλε κάπου αλλού, διότι δεν υπάρχει πια πάνω στο βημόθυρο. Πολλές εικόνες έχουν επιζωγραφιστεί – ο κ. Ηλιάδης επικαλείται το χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας εικόνας του Χριστού, που έχει τόσο μεγάλα τα μαλλιά, που μοιάζουν σαν να είναι κράνος. Όσα αντικείμενα ήταν έτοιμα προς πώληση είχαν κορνιζαριστεί. Άλλα, αφημένα από το ’75, ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. «Πριν πιάσεις μια εικόνα να τη δουλέψεις, τη «διαβάζεις», για να δεις τι έχει γίνει πάνω της και πώς θα δουλέψεις. Σκοπός της συντήρησης είναι να σταματήσεις τη φθορά μέχρι να βρεθεί κάτι καλύτερο. Οι εικόνες από το Μόναχο είναι σχεδόν όλες επιζωγραφισμένες. Σε ορισμένες τοιχογραφίες του 12ου αιώνα έχει προσθέσει πολυουρεθάνη, προφανώς για να ενώσει τα κομμάτια, όμως έτσι προκάλεσε περισσότερη φθορά», μας είπε η Θεοδώρα Μάταρ, τεχνικός συντήρησης στο Εργαστήριο Συντήρησης Τοιχογραφιών, Εικόνων και Ξυλογλύπτων του τμήματος Αρχαιοτήτων, όπου μεταφέρονται οι εικόνες για την αποκατάστασή τους. Αφηγείται την έκπληξη που είχε όταν αντίκρισε μιαν εικόνα της Αγίας Παρασκευής τα 2/3 της οποίας ήταν επιζωγραφισμένα, και το δίλημμα είναι τι κρατάς και τι αφαιρείς στη διαδικασία του καθαρισμού, αφού μπορεί η εικόνα να υποστεί περαιτέρω φθορά. «Κάποιες εικόνες τις πότισε με κερί και είναι δύσκολο να τις δουλέψεις. Και σχεδόν σε όλες τις εικόνες έχει αφαιρέσει τα τρέσα, τα δύο ξύλα που τοποθετούνται οριζόντια και κάθετα σε αντίθετη φορά με τα νερά κοπής του ξύλου για να κρατούν το υπόστρωμα της εικόνας επίπεδο και να αποφευχθεί το σκέβρωμα του ξύλου», αφηγείται η ίδια. Στον αντίποδα, η ανάγνωση των εικόνων από τη συντηρήτρια δεν μαρτυρά μόνο την ιστορία της κακοποίησής τους από τον Ντικμέν, αλλά και την προέλευσή τους. «Κάποιες εικόνες είναι φτιαγμένες με φύλλο από ασήμι και άλλες με φύλλο χρυσού. Αυτό μας δίνει στοιχεία για τον πλούτο της κοινότητας απ’ όπου προέρχονται», λέει η κ. Μάταρ.

yiannis_eliades

Στόχος: επιστροφή

Η διαδικασία της αποκατάστασης των κυπριακών θησαυρών που έχουν επαναπατριστεί θα διαρκέσει χρόνια, καθώς πρόκειται για πολλά αντικείμενα, το καθένα με το δικό του πρόβλημα. Η συντήρηση ξεκινά με τις εικόνες και θα ακολουθήσουν οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά, τα οποία απαιτούν ιδιαίτερο χρόνο, καθώς κάθε σπάραγμα βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση και πρέπει να γίνει πρώτα στερέωση των κομματιών, ώστε να μην χαθούν. Τα ψηφιδωτά χρονολογούνται στον 6ο αιώνα και οι τοιχογραφίες στον 12ο αιώνα (Αγίου Ιγνατίου και Παναγίας Περγαμηνιώτισσας από την Ακανθού) και τον 16ο (του Αντιφωνητή). Πρόσφατα, το Βυζαντινό Μουσείο ανακοίνωσε τη χορηγία 91.000 ευρώ από το ελβετικό κράτος για την κάλυψη του κόστους συντήρησης των λεηλατημένων θησαυρών. Σε ό,τι αφορά τις τοιχογραφίες, ο στόχος είναι να αποκατασταθούν στην αρχική τους μορφή και να εκτεθούν στο Βυζαντινό Μουσείο, μέχρι να γίνει εφικτή η επανατοποθέτησή τους στις εκκλησίες τους. Κάτι τέτοιο έχει γίνει με τις τοιχογραφίες του Αγίου Ευφημιανού, όπου επανενώθηκαν, τόσο ο τρούλος όσο και η αψίδα, και εκτίθενται, και το ίδιο αναμένεται να συμβεί και με τις τοιχογραφίες του Αντιφωνητή, τη Ρίζα του Ιεσσαί και τη Δευτέρα Παρουσία, καθώς και τα έντεκα κομμάτια από την αψίδα της Παναγίας Κανακαριάς. Η ελβετική χορηγία καλύπτει το 22% του κόστους συντήρησης (στην ουσία τα υλικά), με το υπόλοιπο ποσοστό να καλύπτεται σε εργατοώρες από υπαλλήλους του Βυζαντινού Μουσείου, του τμήματος Αρχαιοτήτων και του Βυζαντινού Μουσείου της Αθήνας.

psifidota

Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 11/10/2015

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s