Οι βέρες τους για την Ελλάδα

Η αθρόα προσφορά των Κυπρίων στον πόλεμο του ‘40

WWII_MOTHER

Από τις πρώτες στιγμές του πολέμου, οι Κύπριοι έσπευσαν να προσφέρουν χρήματα, τιμαλφή ακόμη και τις βέρες τους και τα παιδιά τους στην εμπόλεμη Ελλάδα

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΥΣΤΑ ΝΤΖΑΝΗ

Οι βέρες αρραβώνα που πρόσφεραν ζευγάρια Κυπρίων στον πόλεμο του ’40 για να ενισχύσουν την εμπόλεμη Ελλάδα έχουν περάσει σήμερα στη σφαίρα του μύθου, όμως κάθε άλλο παρά μύθος είναι.
Τα δημοσιεύματα στον Τύπο της εποχής περιγράφουν ένα κλίμα συγκίνησης, ενθουσιασμού και αθρόας προθυμίας για προσφορά με κάθε τρόπο στον αγώνα των Ελλήνων, είτε με έμψυχο δυναμικό, από πολλούς εθελοντές που έσπευσαν από νωρίς να πολεμήσουν ή με υλικά αντικείμενα, κατά κύριο λόγο χρήμα και χρυσαφικά, προκειμένου να ενισχυθεί οικονομικά η χώρα. Μικροί και μεγάλοι, κατά μόνας ή συλλογικά, κοινότητες, σωματεία και ομάδες πρόσφεραν ακόμη και τις βέρες τους, σε τέτοιο βαθμό που ο Τύπος έγραφε πως «δεν θα μείνει δαχτυλίδι αρραβώνος σε χέρι ζευγαριού».

Κουμπαράδες και βέρες

Εβδομήντα πέντε χρόνια πριν, ελάχιστα 24ωρα μετά την κήρυξη του πολέμου στην Ελλάδα από την Ιταλία, στις 28 Οκτωβρίου, η εφημερίδα «Ανεξάρτητος» έγραφε στις 31/10/1940 πως σε όλο το νησί συνεχίζονταν οι αντιιταλικές διαδηλώσεις, αλλά και οι εισφορές υπέρ των Ελλήνων, ενώ η Λευκωσία είχε σημαιοστολιστεί. «Εις Λευκωσίαν μαθηταί πολλών σχολείων και ιδιαιτέρως του Παγκυπρίου Γυμνασίου οργάνωσαν διαδηλώσεις δια μέσου των οδών της πρωτεούσης. Ο σημαιοστολισμός της πρωτευούσης προσέλαβαν μεγαλυτέραν έκτασιν».
Την ίδια μέρα, η εφημερίδα δημοσίευσε το τηλεγράφημα που έλαβε ο Έλληνας πρόξενος από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, ο οποίος καλούσε τους Κυπρίους να συνεισφέρουν. «Οι αδελφοί μας και τα παιδιά μας μάχονται εις το μέτωπον ίνα σώσωσι την τιμήν και την ανεξαρτησίαν της Πατρίδος μας. Ζητούμεν την γενναιόφρονα βοήθειαν των αδελφών μας Κυπρίων ινά δυνηθώμεν να τους περιθάλψωμεν», έλεγε κι η εφημερίδα δημοσίευε ήδη τις πρώτες εισφορές υπέρ του ΕΕΣ, έκαστος ό,τι μπορεί: 3, 10, 100 λίρες από ιδιώτες, αθλητικούς συλλόγους, εθνικόφρονα σωματεία, την Τεκτονική Στοά Λάρνακος κ.ά. Στις ίδιες στήλες δημοσιεύονται τα πρώτα ονόματα ζευγαριών που προσφέρουν «χρυσούς δακτυλίους αρραβώνος», τους οποίους επρόκειτο να αντικαταστήσουν με αργυρούς, ενώ οι μαθητές έφερναν τους κουμπαράδες τους. Ήταν τέτοια η προσφορά που, τρεις μόλις μέρες μετά την έναρξη του πολέμου, το Βασιλικό Προξενείο της Ελλάδος ανακοίνωνε πως σταμάτησε να κόβει αποδείξεις, αφού δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τον όγκο εργασίας και στο εξής θα τις καταχωρούσε σε βιβλίο. Την ίδια μέρα, η εφημερίδα αναφέρει πως γίνονται οι πρώτες σκέψεις για αποστολή εθελοντών να πολεμήσουν στο μέτωπο, με πρόνοια να στηριχθούν οικονομικά οι οικογένειές τους.

WWII_TRAINO

Δεήσεις και εκκλήσεις

Το κλίμα ήταν άκρως φορτισμένο και συγκινησιακό κι οι προσφορές συνοδεύονταν από μηνύματα συμπαράστασης προς την εμπόλεμη Ελλάδα. «Η εκ Λεμεσού δ. Χρυσαλλίς Κ. Χρυσοχού απέστειλε μέσω της «Ελευθερίας» τα χρυσά ενώτιά της «υπέρ της μητέρας Ελλάδος. Η εκ Λεμεσού δ. Νίτσα Π. Νικολαΐδου, μαθήτρια της ΣΤ’ τάξεως Α. Παρθεναγωγείου Λεμεσού απέστειλε μέσω της «Ελευθερίας» χρυσούν δακτύλιον μαζί με τας ευχάς της εξ όλης της καρδίας της «να νικήση η Ελλάδα μας τους βαρβάρους Ιταλούς», γράφει στις 2 Νοεμβρίου 1940 η «Ελευθερία», κάνοντας λόγο για ιερό αγώνα.
Λίγες μέρες μετά, στις 7 Νοεμβρίου, ο Σύνδεσμος Γυναικών Λεμεσού, με επιστολή του στον «Χρόνο» αναφέρει πως, όταν η Ελλάδα αγωνίζεται για την ύπαρξή της, είναι ντροπή στη Λεμεσό οι γυναίκες να φορούν ακόμα τα κοσμήματά τους: «Η Ελλάδα, η Ελλάδα μας, η Ελλάδα όλου του κόσμου γράφει τούτη τη στιγμήμε το τίμιον αίμα της, τις πιο ένδοξες μα και τις πιο τραγικές σελίδες της Ιστορίας της. άλλη μια φορά σαν τα παλιά τα χρόνια η μικρή Ελλάδα στύλωσε τα’ ανάστημά της, φραγμόν αδιάβατο, στο βαρβαρικό χείμαρρο που απειλεί να πνίξη την λευτεριά και την ευτυχία του. Ζωντάνεψαν οι Θερμοπύλες κι οι Μαραθώνες. (…) Οι αδελφές μας της Ελλάδας προσφέρουν για τη νίκη το αίμα της καρδιάς τους. Ας μην υστερήσουμε εμείς. Εμπρός, βάλτε στο «Δίσκο της Πατρίδας» ό,τι κάθε μια έχει και μπορεί. Και το πιο μικρό, μεγάλο γίνεται τέτοιες στιγμές. Σήμερα που η Πατρίδα αγωνίζεται τον υπέρ πάντων αγώνα, τα κοσμήματα φέρνουν ντροπή να τα φοράμε] μα γίνονται στολίδια ατίμητα σαν μπαίνουν στο Δίσκο της Πατρίδας».
Μες στον ενθουσιασμό δεν έλειψαν και οι εκκλήσεις για σύνεση και οργάνωση, καλώντας τους Κυπρίους να συγκρατηθούν και να περιμένουν οδηγίες από την Αρχιεπισκοπή. «Ας καταπαύσωμεν προς στιγμήν τον ενθουσιασμόν και την αγανάκτησιν την οποία γεννά εις κάθε στήθος Έλληνος η μυσαρά φασιστική επίθεσης κατά της Ελλάδος», γράφει στις 2 Νοεμβρίου η «Εσπερινή». «Αύριον ταπεινοί θα προσέλθωμεν εις τους ναούς καθ’ άπασαν την νήσον δια να αναπέμψωμεν θερμήν δέησιν προς τον ύψιστον όπως διαφυλάξη ελευθέραν την Ελλάδα».

WWII_SOLDIERS

«Μην μείνει βέρα»

Όσο περνούν οι μέρες και τα μηνύματα από το μέτωπο είναι ενθαρρυντικά, τόσο οι παραινέσεις για προσφορά δίνουν τη θέση τους στην αποθέωση της προσφοράς των Κυπρίων. Στις 7/11/1940 ο «Κυπριακός Φύλαξ» κάνει λόγο για «Παγκύπριο Ψυχικό Συναγερμό», καθώς η Κύπρος, «τμήμα του Ελληνισμού ακραιφνέστατον, με ψυχήν Ελληνικήν ‘χημικώς καθαράν’ και υπεργνήσιαν με αίσθημα πατριωτικόν ‘πενταπλής αποστάξεως’, «ζη τας Ελληνικάς ημέρας τας οποίας ζουν αι Αθήναι και όλος ο Ελληνικός κόσμος και διαδηλώνει με τον πλέον περίλαμπρον τρόπον την προθυμίαν της να βοηθήση τον Ιερόν Εθνικόν Αγώνα όσον το δυνατόν περισσότερον».
Όπως περιγράφει η εφημερίδα, άνδρες και γυναίκες όλων των τάξεων και κάθε ηλικίας, έφηβοι και παιδιά, μαθητές και μαθήτριες όλων των τάξεων δεν σκέπτονται τίποτε άλλο και δεν μιλούν για τίποτε άλλο παρά για τον αγώνα. Και το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στον ενθουσιασμό, αλλά προχωρά στη γενναιόδωρη συνεισφορά με κριτήριο όχι την οικονομική δυνατότητα του καθενός, αλλά την αγάπη για την πατρίδα, όπως περιγράφει η εφημερίδα. «Οι κατάλογοι των καθημερινών εισφορών από πόλεις και χωριά και τα πιο πτωχά από τους πιο πτωχούς είναι η λαμπρή έμπρακτη εκδήλωση του το τι πατριωτικό διαμάντι είναι η Κύπρος! Το χρήμα προσφέρεται με γενναιότητα και προ παντός προθυμία, πλησιάζει να μην μείνη αρραβώνας ή δαχτυλίδι στο δάχτυλο έγγαμου ή αρραβωνιασμένου προσώπου δια να δοθή το χρυσάφι των στην Πατρίδα που αγωνίζεται τον αγώνα για την τιμήν και την ύπαρξίν της».
Η προσφορά ήταν τόσο αθρόα, που οι στήλες των εφημερίδων δεν φτάνουν πια για να χωρέσουν τον κατάλογο των εισφορών. Εκεί συναντάμε στις 17/11/1940 (εφ. «Χρόνος») εκατοντάδες ονόματα όσων πρόσφεραν δραχμές, χρυσές λίρες, βέρες, σταυρούς των παιδιών τους, καρφίτσες, ελεφάντινα κοσμήματα, δισκοπότηρα, ασημένιες λαβίδες και αφιερώματα, βραχιόλια και ενώτια, μαργαριτάρια κ.ά.

«Προσφέρω το παιδί μου»

Στις 10 Νοεμβρίου ’40 ο «Παρατηρητής» κάνει λόγο για σκηνές αφάνταστου πατριωτισμού και ομιλίες στην κυριακάτικη λειτουργία που προκαλούν ρίγη ενθουσιασμού. Όπως αυτή του ιερέα του Καλού Χωριού, αιδεσιμότατου Γεώργιου, ο οποίος από την Ωραία Πύλη της εκκλησίας του είπε στους πιστούς «Δεν έχω τίποτε σημαντικόν και αντάξιο της περιστάσεως να προσφέρω στην αγωνιζόμενη πατρίδα. Της προσφέρω το παιδί μου».
Στο τέλος του ίδιου μήνα, όταν πια οι δυνατότητες υλικής προσφοράς ενδεχομένως να είχαν περιοριστεί και τα ελληνικά στρατεύματα είχαν αρχίσει την αντεπίθεση καταλαμβάνοντας πόλεις της Βόρειας Ηπείρου, οι παραινέσεις για έμψυχη συμμετοχή στον πόλεμο πυκνώνουν. Όταν ο «Κυπριακός Φύλαξ» δημοσιεύει την πρόταση για ίδρυση λέσχης φίλων του αεροπλάνου που θα προσφέρει κάθε μήνα ένα αεροπλάνο στην Ελλάδα, δέχεται καταιγισμό επιστολών από πολίτες που επιθυμούν να συνεισφέρουν, όσο ο καθένας μπορεί. Μία μαθήτρια έστειλε στην εφημερίδα 4 σελίνια για τη μηνιαία συνδρομή στη λέσχη της ίδιας και των τριών αδελφών της, οι δυο από τους οποίους πολεμούσαν στην Ελλάδα. Λίγο αργότερα, στις 30/11/1940 ο «Παρατηρητής» με άρθρο-παρέμβασή του γράφει «Ο δίσκος της επαιτείας πρέπει να σπάση. Είναι αίσχος να ζητιανεύομεν για την Ελλάδα, καλώντας τους άντρες της Κύπρου να καταταγούν στο μέτωπο και τις γυναίκες να προσφέρουν έμπρακτα όπως μπορούν.

WWII_MEDAL.JPG

Ο πρώτος στρατιώτης ήταν Τ/Κ

Σύμφωνα με τον ιστορικό και ακαδημαϊκό Πέτρο Παπαπολυβίου, στις αρχές Ιανουαρίου του 1940, η Κύπρος ήταν η πρώτη βρετανική αποικία που έστειλε άνδρες της στις επιχειρήσεις του πολέμου και συγκεκριμένα στη Γαλλία. Τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου ιδρύθηκε το «Κυπριακό Σύνταγμα» και λίγο αργότερα, τον Ιούνιο, συστάθηκε η «Κυπριακή Eθελοντική Δύναμη», δύο σώματα στα οποία κατατάχθηκε η μεγάλη πλειοψηφία των Κυπρίων στρατιωτών του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Αν και Κύπριοι, 18-30 ετών, υπηρετούσαν ήδη από το 1939 στον βρετανικό στρατό, στις ειδικότητες οδηγών αυτοκινήτων ή μηχανικών, γραφέων και μαγείρων. Το Κυπριακό Σύνταγμα συμμετείχε σε πολεμικές επιχειρήσεις στη Γαλλία, στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην Κρήτη, σε διάφορες χώρες της Βόρειας Αφρικής, στη Μέση Ανατολή και στην Ιταλία, ενώ μετρούσε συνολικά 12.192 στρατιώτες από το 1939 ως το ’45. ο πρώτος καταταχθείς σε αυτό ήταν ο Τουρκοκύπριος Nevzat Halil, από τη Λευκωσία, με στρατιωτικό αριθμό CY 1. Άλλοι 4.450 Κύπριοι, αξιωματικοί και στρατιώτες κατατάχθηκαν στην Κυπριακή Εθελοντική Δύναμη, η οποία συνεισέφερε όχι τόσο στα μέτωπα, όσο στην κατασκευή οχυρωματικών έργων, τη μεταφορά στρατιωτικών εφοδίων, τη φρούρηση αποθηκών πολεμικού υλικού κ.α. Σύμφωνα με τον κ. Παπαπολυβίου, συγγραφέα του σχετικού βιβλίου «Οι Κύπριοι εθελοντές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», οι αριθμοί αυτοί είναι εντυπωσιακοί, εάν υπολογισθεί ότι η Κύπρος είχε λιγότερους από 400.000 κατοίκους στην τελευταία προπολεμική απογραφή του 1931.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s