Το Κυπριακό στα χρόνια του facebook

Πώς η χρήση των social media επηρεάζει κοινή γνώμη και εξελίξεις

NAI_DEMO2004

Της Χρύστας Ντζάνη*

Η μόνη βεβαιότητα που αφορά τις τρέχουσες συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού είναι πως σε περίπτωση που προκύψει κείμενο συμφωνημένης λύσης αυτό θα κριθεί στην κρίση των πολιτών και στις δύο κοινότητες σε ένα δημοψήφισμα. Πώς όμως θα έχει διαμορφωθεί έως τότε η κοινή γνώμη, τη στιγμή που η επίσημη ενημέρωση δίνεται με το σταγονόμετρο, υπό το πρίσμα του δόγματος «τίποτα δεν έχει συμφωνηθεί, αν δεν έχουν συμφωνηθεί όλα;». Στελέχη της κυβέρνησης επαναλαμβάνουν ότι το λάθος του 2004, όταν ο κόσμος είχε ελάχιστες μέρες για να ενημερωθεί προτού ψηφίσει, δεν θα πρέπει να επαναληφθεί και πως σε ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα σήμερα θα δοθεί ο απαραίτητος χρόνος λίγων μηνών για την ενημέρωση του κόσμου. Είναι όμως αυτή η μόνη διαφορά του τότε με το σήμερα ως προς την ενημέρωση των πολιτών για το Κυπριακό;

Στα 13 χρόνια που μεσολάβησαν από το 2004 η κύρια αλλαγή που έχει συντελεστεί στην επικοινωνία αφορά την ιδιαίτερα εκτεταμένη πλέον χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τα νέα δεν διαδίδονται πια μονομερώς διαμέσου των ΜΜΕ, αλλά και με την αλληλεπίδραση των πηγών (Πρόεδρος, κυβερνητικός εκπρόσωπος κ.ά.) με τους πολίτες σε δημόσια θέα και χωρίς διαμεσολάβηση. Οι πολίτες αποκτούν παράλληλα πρόσβαση σε μια σειρά από ειδικούς που δέκα και πλέον χρόνια πριν θα μπορούσαν να ακούσουν ή να διαβάσουν δημόσια μόνο σε κάποιο ραδιοτηλεοπτικό μέσο ή σε μια εφημερίδα. Την ίδια ώρα, η «συζήτηση του καφενέ» έχει μεταφερθεί σε facebook και twitter, αγγίζοντας κάποτε τα όρια της εκτόνωσης, ενδεχομένως και αποτρέποντας έτσι πολίτες να κατεβούν σε διαδηλώσεις, αφού ο σκοπός της έκφρασης άποψης και της εκτόνωσης έχει πραγματοποιηθεί. Δύο ειδικοί σε θέματα πολιτικής επικοινωνίας και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η δρ Βίκυ Τρίγκα, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και Σπουδών Διαδικτύου του ΤΕΠΑΚ, και η δρ Θεοδώρα Μάνιου, λέκτορας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου Frederick, απαντούν στον «Π» πώς έχει αλλάξει η επικοινωνία του Κυπριακού από το 2004 μέχρι σήμερα και πώς η χρήση του social media μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις.

Έτοιμο κοινό

«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (σ.σ.: ΜΚΔ στο εξής), το blogging και microblogging και η ανάπτυξη δημόσιων συζητήσεων με αφορμή posts, που αφορούν προσωπικές θέσεις και απόψεις, αλλάζουν τον τρόπο ενημέρωσης του κοινού. Βεβαίως και οι πληροφορίες πλέον διαχέονται πιο εύκολα και πιο γρήγορα και ο καθένας έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί επί των δημοσίων θεμάτων, χρησιμοποιώντας απλώς το κινητό του τηλέφωνο», σημειώνει η δρ Μάνιου. «Επί της ουσίας, όμως, της πολιτικής διαδικασίας, σήμερα διαφαίνεται η τάση να θεωρούμε πως όταν ‘ποστάρουμε’ μια άποψη/θέση/σχόλιο για το όποιο πολιτικό ζήτημα και λάβουμε τις Χ αντιδράσεις, τότε νομίζουμε ότι αντιδράσαμε πολιτικά και η αντίδρασή μας αυτή είχε απήχηση. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι αυτό είναι απλώς μια άποψη και δεν τίθεται ζήτημα σωστού ή λάθους, αντικειμενικότητας ή αξιοπιστίας. Στην περίπτωση των δημοσίων προσώπων (πολιτικών κ.λπ.), τα ΜΚΔ προσφέρουν ένα ελεύθερο forum με έτοιμο κοινό, όπου γρήγορα και άμεσα μπορούν να σχολιάσουν τα γεγονότα και τις εξελίξεις και να ‘σφυγμομετρήσουν’ τις όποιες αντιδράσεις. Επομένως, οι πλατφόρμες των ΜΚΔ προσφέρονται για πολλαπλασιασμό των αντιδράσεων στις ειδήσεις και για τη γρήγορη διάχυση των ειδήσεων/πληροφοριών αλλά και των αντιδράσεων σε αυτές – που σήμερα συχνά ερμηνεύονται και αυτές ως πληροφορίες», προσθέτει. Σύμφωνα με την ίδια, η απευθείας πρόσβαση των πολιτών στις πρωτογενείς πηγές δεν είναι απαραίτητα ο βασικός λόγος «αποδόμησης» των παραδοσιακών μέσων μαζικής επικοινωνίας. «Ζούμε σήμερα στην εποχή της λεγόμενης ‘μετα-αλήθειας’ (post-truth). Πρόκειται, στην ουσία, για τη λέξη-κλειδί της χρονιάς 2016, σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, το οποίο την ορίζει ως μια εποχή στην οποία τα πραγματικά γεγονότα επηρεάζουν λιγότερο την κοινή γνώμη απ’ ό,τι οι κατασκευασμένες ιστορίες, ενώ οι προσωπικές απόψεις και τα συναισθήματα επηρεάζουν περισσότερο σε σχέση με τις αληθινές ειδήσεις. Επομένως, τα όρια μεταξύ πραγματικού και κατασκευασμένου είναι πλέον κάπως ‘θολά’. Εκατοντάδες ιστοσελίδες που παρουσιάζουν κατασκευασμένες ειδήσεις έχουν εμφανιστεί και προωθηθεί, κυρίως μέσω των ΜΚΔ, οι οποίες -στην πράξη- ελάχιστη έως ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματική δημοσιογραφία. Παράλληλα, η ταχύτητα με την οποία είναι αναγκασμένοι πλέον να εργάζονται οι δημοσιογράφοι έχει επιπτώσεις στην αξιοπιστία των ειδήσεων, δεδομένου ότι στην προσπάθειά τους να ‘ποστάρουν’ πρώτοι την είδηση συχνά δεν προλαβαίνουν να προβούν στους απαραίτητους ελέγχους. Όλα αυτά σαφώς επέφεραν σημαντικό πλήγμα στην αξιοπιστία των παραδοσιακών Μέσων και ευρύτερα της δημοσιογραφίας, αλλά τα ΜΚΔ ήταν απλώς η αφορμή και όχι η αιτία. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έπειτα, διαφαινόταν η τάση του κοινού να αμφισβητεί την εγκυρότητα των Μέσων για λόγους που αφορούσαν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιχειρήσεων ΜΜΕ αλλά και το περιεχόμενο των ενημερωτικών προγραμμάτων. Και η οικονομική κρίση σαφώς και ενέτεινε το φαινόμενο. Σε μια εποχή, λοιπόν, στην οποία ο καθένας έχει γνώμη και άποψη και μπορεί εύκολα να τη δημοσιοποιήσει, το ‘στοίχημα’ επιβίωσης των παραδοσιακών Μέσων θεωρώ ότι μπορεί να κερδηθεί με την επιστροφή στα λεγόμενα ‘hard news’, την έμφαση δηλαδή στην ενημέρωση, στη μετάδοση πραγματικών ειδήσεων και πληροφοριών και όχι την ανάλυση απόψεων και σχολίων», σημειώνει. Εξάλλου, σύμφωνα με τη δρα Μάνιου, ειδικά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας των ΜΚΔ οι έρευνες δείχνουν ότι κατέστησαν πιο προσιτά στο ευρύ κοινό τα δημόσια πρόσωπα (πολιτικούς κ.λπ.), δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της προσωπικής επαφής. Κυρίως, όμως, είναι οι ίδιες οι πηγές, τα δημόσια πρόσωπα δηλαδή, που επιδιώκουν την επαφή με τους πολίτες μέσω των ΜΚΔ, επισημαίνει.

Ποιοτικός λόγος;

Πόσο ποιοτική όμως είναι η πολιτική επικοινωνία, ειδικότερα στην περίπτωση της Κύπρου, που διεξάγεται μέσω των ΜΚΔ και κατά πόσον είναι εν τέλει ουσιαστική ή απλώς «της μόδας»; «Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν αλλάξει τη φύση της πολιτικής καμπάνιας και κατ’ επέκταση και του δημοσίου διαλόγου. Με δεδομένο ότι θα συνεχίσουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην πολιτική, σύμφωνα και με την κυρίαρχη άποψη στη βιβλιογραφία, υπάρχει μεγάλο ερευνητικό υλικό που έχει επικεντρωθεί στην ποιότητα του δημοσίου διαλόγου που παράγεται στα κοινωνικά δίκτυα. Αντί να μπούμε στην αντιπαράθεση αν ο δημόσιος διάλογος είναι καλύτερος ή χειρότερος στα κοινωνικά δίκτυα, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι είναι αφενός διαφορετικός, αλλά αφετέρου εξίσου σημαντικός και γι’ αυτό δε θα πρέπει να υποτιμάται», επισημαίνει η δρ Τρίγκα. Προσθέτει όμως ότι οι πολιτικοί στην Κύπρο, είτε ως κόμματα είτε ως άτομα, χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα με μια διάθεση βιτρίνας, με καταναλωτική λογική που υποσκάπτει την ίδια τη χρήση των Μέσων. «Είναι φανερό ότι η πλειονότητα των πολιτικών και επιτελείων στην Κύπρο χρησιμοποιούν το facebook και το twitter ως μόδα, παρά με διάθεση αξιοποίησης των δυνατοτήτων για αλληλεπίδραση, διαβούλευση και επικοινωνία με τους πολίτες. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που πολιτικοί δεν ξέρουν καν να χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα και γι’ αυτό διαχειριστές των αντίστοιχων σελίδων είναι άτομα που έχουν προσληφθεί γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Όμως, αυτό δεν είναι πολύ διαφορετικό από το να έχει κανείς μια ιστοσελίδα, κάτι που γίνεται αντιληπτό από τους πολίτες. Είναι ενδεικτικό το παράδειγμα από τις πρόσφατες αμερικανικές εκλογές και τις αναλύσεις για την επίπτωση των κοινωνικών δικτύων στις εκλογικές εκστρατείες του Τραμπ και της Κλίντον, σύμφωνα με τις οποίες η αμεσότητα χρήσης του twitter από τον Τραμπ δημιουργούσε συνεχώς ειδήσεις για τον ίδιο ακόμα κι αν αυτές ήταν αρνητικές. Σε αντίθεση, η χρήση του twitter από το επιτελείο της Κλίντον δεν κατάφερε να δώσει ειδήσεις καθώς ακολουθούσε μια πιο ‘συντηρητική’ επικοινωνιακή στρατηγική. Το αποτέλεσμα ήταν να διαμορφωθεί μια κυρίαρχη αντίληψη στους ψηφοφόρους ότι ο Τραμπ ήταν πιο κοντά σ’ αυτούς από ό,τι η Κλίντον! Και όλα αυτά έχουν σημασία καθώς ολοένα και περισσότεροι πολίτες αφιερώνουν σημαντικό μέρος της καθημερινής τους ζωής στο διαδίκτυο, με τα κοινωνικά δίκτυα να αναδεικνύονται σε μια σημαντική δύναμη επιρροής και διάδοσης πολιτικών ιδεών και μηνυμάτων. Οι τελευταίες εμπειρίες εκλογικών αναμετρήσεων αλλά και σημαντικών δημοψηφισμάτων αποδεικνύουν ότι τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν μια τεχνολογία ανοιχτή και προσβάσιμη σχεδόν σε όλους, που χρησιμοποιούνται για να καθορίσουν τη δημόσια ατζέντα αλλά και να ωθήσουν προς κοινωνική αλλαγή, είτε προς καλύτερη είτε προς χειρότερη κατεύθυνση», προσθέτει.

Σύμφωνα με τη δρα Τρίγκα, η Κύπρος δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση στη γενικότερη τάση των πολιτών που αναδεικνύεται μέσω της χρήσης των κοινωνικών δικτύων να επιδιώκουν μια πιο άμεση σχέση με τους πολιτικούς αλλά και να τολμούν να έρχονται σε άμεση επικοινωνία μαζί τους με τη βοήθεια των social media. Ωστόσο, σχολιάζει, ενώ αυξανόμενα οι πολίτες επιδιώκουν έμπρακτα μια πιο άμεση επικοινωνία ή και αντιπαράθεση με τους πολιτικούς (π.χ. με το να στέλνουν μηνύματα στους «τοίχους» πολιτικών στα κοινωνικά δίκτυα), οι πολιτικοί κατά πλειονότητα στην Κύπρο φαίνεται πως διστάζουν να μπουν σε μια λογική διαλόγου και απευθείας αλληλεπίδρασης με τους πολίτες. «Ενδεχομένως να είναι θέμα κουλτούρας, συνήθειας ή μιας παλαιότερης, αφ’ υψηλού, αντιμετώπισης των πολιτών από τους πολιτικούς. Ωστόσο, όλα αυτά αλλάζουν καθώς οι ανάγκες αλλάζουν, όπως και οι πολίτες, κάτι το οποίο αναπόφευκτα θα οδηγήσει και στην αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτικών. Για να είμαστε δίκαιοι, υπάρχουν πολιτικοί στην Κύπρο οι οποίοι είναι πολύ ενεργοί στη χρήση κοινωνικών δικτύων και αυτό κάνει την παρουσία τους αισθητή, όμως είναι λίγοι», προσθέτει.

Τα ΜΚΔ ως εκτόνωση

Θα μπορούσαν, άλλωστε, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να δρουν «εκτονωτικά», διοχετεύοντας την ενέργεια των πολιτών, που σε άλλες εποχές θα έβγαιναν σε διαδηλώσεις; «Βεβαίως και λειτουργούν ‘εκτονωτικά’, όπως το θέσατε. Αλλά, δεν θα πρέπει να λειτουργούν ως υποκατάστατο άλλων διαδικασιών», σημειώνει η δρ Μάνιου. «Εν ολίγοις, αυτός ο οποίος συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη νέα, ψηφιακή, δημόσια σφαίρα (δηλαδή, συνδιαλέγεται επί συγκεκριμένων θεματικών, κάνει post την άποψή του, γράφει για τις αντιρρήσεις του κ.λπ. κ.λπ.) δεν σημαίνει ότι θα συμμετάσχει εξίσου ενεργά και στις επίσημες δημοκρατικές διαδικασίες. Αντίστοιχα, βέβαια, δεν σημαίνει και ότι δεν θα συμμετάσχει. Αυτό εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων είναι τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας αλλά και το ισχύον πολιτικό σύστημα. Άλλωστε, τα ΜΚΔ απλώς ‘απεικονίζουν’ τα χαρακτηριστικά κάθε κοινωνίας, δεν τα δημιουργούν».

Με την ίδια λογική, δεν είναι βέβαιο κατά πόσον η ενασχόληση με το Κυπριακό στα ΜΚΔ συνεπάγεται πως περισσότερος κόσμος θα αποφασίσει να ψηφίσει στο δημοψήφισμα, με δεδομένη την αυξανόμενη αποχή τα τελευταία χρόνια. «Οι απόψεις των ερευνητών διίστανται για το αν η χρήση και η συμμετοχή στα κοινωνικά δίκτυα αυξάνει και τη συμμετοχή στις εκλογές», σημειώνει η δρ Τρίγκα. «Ενώ υπάρχουν πειστικά ερευνητικά στοιχεία που ενισχύουν την άποψη πως η συμμετοχή μέσω των κοινωνικών δικτύων σε πολιτικές συζητήσεις αυξάνει το ενδιαφέρον των χρηστών και δη των νέων για τις πολιτικές εξελίξεις, καθώς και τη συμμετοχή τους σε συζητήσεις ή άλλες δράσεις, τα στοιχεία δεν επαρκούν για να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα πως αυξάνεται και η συμμετοχή τους σε εκλογές. Επίσης, ένα ενδιαφέρον στοιχείο που ενδεχομένως να είναι σχετικό με ένα δημοψήφισμα για το Κυπριακό, σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα από το Pew Research Center, είναι το εξής: τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν τη διάδοση της πόλωσης και της πολιτικής (κομματικής) αντιπαλότητας σε τέτοιο βαθμό που να απωθούν αντί να κινητοποιούν τους πολίτες και κατ’ επέκταση και τους νέους. Αυτό που έχει σημασία σχετικά με τους νέους είναι ότι μέσω της χρήσης των κοινωνικών δικτύων γίνονται σίγουρα αποδέκτες πολιτικών μηνυμάτων και σίγουρα έχουν επίγνωση του πολιτικού διαλόγου, κάτι που δυνητικά μπορεί να έχει θετική επίδραση στον βαθμό πολιτικοποίησής τους».

Το συναίσθημα των χρηστών 

Πάντως η πόλωση, σύμφωνα με την καθηγήτρια του ΤΕΠΑΚ, αναμένεται να αυξηθεί σε ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα, μόνο και μόνο από την ίδια του τη φύση. «Γενικώς τα δημοψηφίσματα λόγω της διλημματικής επιλογής (υπέρ/κατά, ναι/όχι) προκαλούν μια πόλωση. Στα πρόσφατα παραδείγματα του δημοψηφίσματος στην Ελλάδα και στη Βρετανία με το Brexit, τα κοινωνικά δίκτυα χρησιμοποιήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της καμπάνιας και συχνά η αντιπαράθεση, οξεία ενίοτε, μεταφέρθηκε σ’ αυτή τη σφαίρα δημοσίου διαλόγου. Καθώς τα κοινωνικά δίκτυα έχουν πολλαπλό ρόλο, π.χ. τροφοδοτούν με ειδήσεις τα παραδοσιακά Μέσα, αναπαράγουν ειδήσεις άλλων Μέσων αλλά και παράγουν ειδήσεις, είναι σίγουρο πως όταν ένα κρίσιμο θέμα, όπως το Κυπριακό, κυριαρχεί στην επικαιρότητα, τότε είναι αναπόφευκτο να κυριαρχήσει και στα κοινωνικά δίκτυα. Επομένως όσο κορυφώνονται οι διαπραγματεύσεις ή βρισκόμαστε μπροστά σε δημοψήφισμα, η πόλωση, η όξυνση και οι έντονες συζητήσεις θα παρατηρηθούν ως κυρίαρχα φαινόμενα στα κοινωνικά δίκτυα», σημειώνει. Όσο για το ίδιο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, είναι μάλλον νωρίς να κριθεί αν η χρήση των ΜΚΔ στην επικοινωνία των δύο επιλογών επηρεάζει τους ψηφοφόρους. Η διεθνής εμπειρία, αλλά και η κυπριακή εμπειρία του 2004 δείχνουν πως μεγαλύτερο ρόλο παίζει η επίκληση του συναισθήματος. «Παρά την εκτεταμένη χρήση αλλά και επίδραση των κοινωνικών δικτύων στην πολιτική γενικότερα, αλλά και σε εκλογικές αναμετρήσεις με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις αμερικανικές εκλογές, η σχετική βιβλιογραφία δεν καταφέρνει να εξηγήσει ακριβώς την αιτιακή σχέση μεταξύ της χρήσης των κοινωνικών δικτύων με το εκλογικό αποτέλεσμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως τα κοινωνικά δίκτυα δεν επηρεάζουν», σημειώνει η δρ Τρίγκα. «Είναι χαρακτηριστικό ότι έρευνες που έχουν γίνει για να εξηγήσουν τα αποτελέσματα εκλογών ή δημοψηφισμάτων όπως το Brexit δείχνουν πως σε όλες τις αναμετρήσεις ο νικητής ήταν και ‘νικητής’ στα κοινωνικά δίκτυα κατά τη διάρκεια της καμπάνιας. Είναι ενδεικτικό πως για μήνες στην περίπτωση του Brexit οι υποστηρικτές της εξόδου από την ΕΕ κυριαρχούσαν όχι μόνο αριθμητικά στα κοινωνικά δίκτυα (με βάση τον αριθμό των likes, posts, δημοφιλία hashtags κ.τ.λ.), αλλά ήταν και περισσότερο αποτελεσματικοί στην κινητοποίηση και άλλων χρηστών, οι οποίοι ενδεχομένως να ήταν αναποφάσιστοι. Αυτό σημαίνει πως σε καθημερινή βάση μια μεγάλη ομάδα υποστηρικτών του Brexit κυριαρχούσε και απαντούσε στο ‘αντίπαλο στρατόπεδο’ ή διέδιδε το δικό της μήνυμα, το οποίο κρίθηκε δυνατό καθώς, εκτός άλλων χαρακτηριστικών, έκανε επίκληση στο συναίσθημα των ψηφοφόρων. Το τελευταίο στοιχείο γνωρίζουμε πως ασκεί ιδιαίτερη επίδραση, όπως έχει διαπιστωθεί και σχετικά με το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν ή ακόμα και το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015, όπου κυριάρχησε ο λόγος για την αξιοπρέπεια, αντίσταση, ίσως και ‘εκδίκηση’ απέναντι στους δανειστές», καταλήγει.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 29/01/2017

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s