Διαμάντι τα φάρμακα

Διατηρούν πάντα την πρωτιά στις κυπριακές εξαγωγές

farmaka

Της Χρύστας Ντζάνη*

Με εξαγωγές που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ στα τέσσερα μνημονιακά χρόνια (825,4 εκατ. το 2013-2016, 989 εκατ. αν προστεθεί και το 2012), τα φάρμακα παραμένουν με διαφορά η πρώτη σε αξία εξαγωγών κυπριακή βιομηχανία (1,5% του ΑΕΠ), αλλά και σε ποσότητα, αφού αποτελούν το ένα τρίτο των προϊόντων που εξάγει η οικονομία μας.

Πρόκειται κατά κύριο λόγο για την παραγωγή γενόσημων φαρμάκων, δηλαδή προϊόντων που έχουν την ίδια δραστική ουσία και σε ίδια ποσότητα με πρωτότυπα φάρμακα, αλλά διαφέρουν κατά τι στις υπόλοιπες ουσίες, με αποτέλεσμα (αφού δεν φέρουν και την πατέντα) να είναι πολύ πιο φθηνά και έτσι προτιμότερα για πολλά συστήματα υγείας. Ο «Π» ακτινογραφεί σήμερα τη Remedica και τη Medochemie, τις δύο εταιρείες με έδρα τη Λεμεσό που ηγούνται της κυπριακής φαρμακευτικής βιομηχανίας, συνεισφέροντας με σχεδόν 0,5% και 1,25% του ΑΕΠ αντίστοιχα. 

Remedica, η πρώτη

remedica_christakis_pattich
Ο Χριστάκης Παττίχης.

«Θυμάμαι ότι στην αρχή ήμουν ο μόνος που ήξερε πώς να λειτουργήσει το εργοστάσιο του διοξειδίου του άνθρακα, ως εκ τούτου έπρεπε να είμαι εκεί όλη την ώρα, οπότε έπρεπε κοιμάμαι στο αυτοκίνητο για λίγες ώρες το βράδυ, μέχρις ότου εκπαίδευσα τον πρώτο μου υπάλληλο για να το λειτουργήσει. Όντας νέα, η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει περισσότερους από έναν εργαζόμενο, έτσι για κάποιο διάστημα έπρεπε να είμαι το δεύτερο πρόσωπο για τη νυχτερινή βάρδια». Με αυτά τα λόγια περιέγραφε ο Χριστάκης Παττίχης (1927-1960) στο βιβλίο «50 yearsRemedica: 1960 – 2010: An illustrated history» το ξεκίνημα αυτού που αργότερα εξελίχθηκε σε ένα πολυβραβευμένο συγκρότημα επιχειρήσεων που σήμερα εξάγει σε περισσότερες από 100 χώρες παγκοσμίως. Η Remedica ξεκίνησε το 1960 ως «T. Ch. Pattichis (manufacturing chemists)», μια εταιρεία που παρήγε διοξείδιο του άνθρακα. Με σπουδές Χημικής Μηχανικής και Διοίκησης Επιχειρήσεων, ο Χριστάκης Παττίχης είχε ήδη επαφές με πολυάριθμες και σημαντικές πολυεθνικές εταιρείες, με τις οποίες σύντομα συνήψε συμβόλαια για να παράγει προϊόντα τους. Προτού η επιχείρησή του κλείσει δεκαετία, ασχολείτο πια με τα καλλυντικά και, αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, με την παραγωγή φαρμάκων. Η τουρκική εισβολή έπληξε την εταιρεία του όσο και την υπόλοιπη κυπριακή οικονομία, αφού η ζήτηση για τα προϊόντα μειώθηκε. Ήταν τότε που, καθώς οι σκέψεις για την περαιτέρω πορεία του πύκνωναν, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από έναν φίλο, διευθυντή σε μια γνωστή φαρμακευτική εταιρεία, ο οποίος ρωτούσε αν γνώριζε κάποια εταιρεία που θα μπορούσε να συσκευάσει το νέο προϊόν τους, ένα αντιμολυσματικό δισκίο, για τη Μέση Ανατολή, εγκαίρως για την προθεσμία έναρξής τους. «Άρπαξα την ευκαιρία και του είπα ότι θα το κάνουμε εμείς για αυτούς. Μόλις λάβαμε δείγματα των δισκίων, πήραμε έναν τοπικό τεχνικό για να κατασκευάσει τον εξοπλισμό συσκευασίας για να χωρέσει το μέγεθος και το σχήμα τους και συσκευάσαμε και παραδώσαμε την παραγγελία τους αρκετά έγκαιρα για την έναρξη». Έτσι ξεκίνησε η μαζική παραγωγή φαρμάκων.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1983, η πρώτη εξαγωγή ήταν γεγονός: στη Σιγκαπούρη. Το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Χριστάκη Παττίχη είχε μιλήσει ξανά: Έναν χρόνο πριν, είχε ανταλλάξει ένα εισιτήριο για τον γύρο του κόσμου, το οποίο είχε κερδίσει σε διαγωνισμό αεροπορικής εταιρείας, με ένα ταξίδι στην Άπω Ανατολή. Ελάχιστοι γνώριζαν την Κύπρο τότε, πόσω μάλλον τη Remedica- την εταιρεία που το 1980 διαδέχθηκε την T. Ch. Pattichis. Υπήρχαν γλωσσικά εμπόδια, αλλά και επιφυλάξεις ένθεν και ένθεν, όμως σύντομα ξεπεράστηκαν με όφελος αμοιβαίο: Η Remedicaέφτασε το 1986, τρία μόλις χρόνια μετά την πρώτη της εξαγωγή, να εξάγει και στην αχανή κινεζική αγορά, ενώ πολλοί από τους αντιπροσώπους της στην Άπω Ανατολή και αλλού έγιναν στο μεταξύ πολύ πλούσιοι εκπροσωπώντας την κυπριακή εταιρεία στις τοπικές ασιατικές αγορές.

Remedica_savvidis
Ο Αιμίλιος Σαββίδης.

Σήμερα η Remedica εργοδοτεί πέραν των 620 ατόμων (εκ των οποίων μόνο οκτώ είναι από τρίτες χώρες, ενώ το 60% είναι γυναίκες), εξάγει σε περισσότερες από 100 χώρες σε Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αυστραλία και Νότιο Αμερική, παρέχει φάρμακα στις μεγαλύτερες ΜΚΟ υγείας στον κόσμο (ΠΟΥ, UNICEF, Γιατροί Χωρίς Σύνορα) και συγκαταλέγεται στις καλύτερες εταιρείες της Ευρώπης (τιμητικό βραβείο Ruban d’Honneur στα European Business Awards το 2015). Το 2016, η Remedica ανακοίνωσε την εξαγορά της από τη διεθνή εταιρεία Ascendis Health, εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Γιοχάνεσμπουργκ στη Νότιο Αφρική. Η συμφωνία προβλέπει την ενσωμάτωση της Remedica στο τμήμα Ascendis Pharma-Med. «Ο ανώτατος εκτελεστικός διευθυντής τηςRemedica μαζί με τα υφιστάμενα διοικητικά στελέχη παραμένουμε οι ίδιοι και συνεχίζουμε να έχουμε πλήρη επιχειρησιακό έλεγχο καθώς και όλο το προσωπικό της εταιρείας. Όμως, αλλάζει η δυναμική που αποκτά η Remedica και το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ως μέλος ενός διεθνούς ομίλου. Αυτό θα βοηθήσει στην περαιτέρω ανάπτυξη της εταιρείας συνεισφέροντας, έτσι, ακόμη περισσότερο στην οικονομία της Κύπρου, αλλά και στην απασχόληση», δηλώνει στον «Π» ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Αιμίλιος Σαββίδης. Η Remedica ελπίζει έτσι σε ισχυρότερη ανάπτυξη στο μέλλον, ενώ παραμένει κυπριακή φαρμακευτική βιομηχανία με έδρα την Κύπρο, με ημερήσια δυνατότητα παραγωγής 25 εκατομμύριων δισκίων, 5 εκατομμύριων καψουλών και αρκετών εκατομμύριων σε άλλες φαρμακευτικές μορφές όπως σιρόπια, υπόθετα, κρέμες κ.ά.

Medochemie, η εξωστρεφής

medochemie_pittas
Ο δρ. Ανδρέας Πίττας.

Η Medochemie ιδρύθηκε στη Λεμεσό το 1976 από τον δρα Ανδρέα Πίττα, διδάκτορα Ιατρικής, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Φαρμακολογία και Φαρμακευτική Ιατρική. Επιστρέφοντας το 1968 στην Κύπρο μετά τις σπουδές στην Αυστρία, ο δρ Πίττας εργάστηκε για μερικά χρόνια ως γιατρός. Όμως το βίωμα της εισβολής ήταν καθοριστικό για να αλλάξει ζωή: Βλέποντας, ως επισκέπτης γιατρός, τις τραγικές ελλείψεις φαρμάκων στους προσφυγικούς καταυλισμούς, και με έρεισμα τις γνώσεις του στη φαρμακολογία, οραματίζεται την ιδέα μιας φαρμακοβιομηχανίας που θα παρέχει ποιοτικά, αλλά και οικονομικά προσιτά φάρμακα για όλους και στρέφεται στις επιχειρήσεις. Το 1991, η Medochemie δημιούργησε το πρώτο της γραφείο στο εξωτερικό (Σιγκαπούρη) για να ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια δεκάδες άλλα. Σαράντα χρόνια μετά την ίδρυσή της, η Medochemie βρίσκεται σήμερα ανάμεσα στις 200 μεγαλύτερες βιομηχανίες παρασκευής γενόσημων φαρμάκων παγκοσμίως.

 

Δραστηριοποιείται σχεδόν σε όλο τον κόσμο, από τη Νότιο Αφρική μέχρι τη Σιβηρία και από τη Βρετανία στην Ιαπωνία και τη Νέα Ζηλανδία (εξαγωγές σε συνολικά 107 χώρες, το 50% στην ΕΕ) και έχει τιμηθεί με πολυάριθμα διεθνή και εγχώρια βραβεία. Διατηρεί εννιά παραγωγικές εγκαταστάσεις στην Κύπρο, ένα εργοστάσιο στην Ολλανδία και τρία στο Βιετνάμ. Μόνο στη χώρα μας, απασχολεί γύρω στα 700 άτομα, τα δύο τρίτα των οποίων είναι επιστημονικό προσωπικό, ενώ παγκοσμίως, μέσα και από τα εργοστάσιά της στην Ολλανδία (1) και στο Βιετνάμ (3), το προσωπικό της υπολογίζεται σε περισσότερους από 1.300 εργαζομένους. Η Medochemie συνεισφέρει το 1,25% του κυπριακού ΑΕΠ, που φτάνει στο 1,5% αν προστεθούν και οι εταιρείες που την εξυπηρετούν. «Ή, αν θέλετε κάπως διαφορετικά, οι εξαγωγές μας καλύπτουν κατά 95% όλες τις εισαγωγές φαρμάκων της Κύπρου. Αντιλαμβάνεστε ότι αν υπήρχε και άλλος παρόμοιος εξαγωγικός κλάδος τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά με την οικονομία μας», δήλωσε στον «Π» ο δρ Πίττας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το όραμα της Medochemie ήταν πάντα η παραγωγή υψηλής ποιότητας φαρμάκων σε ανταγωνιστικές τιμές για όλο τον κόσμο. «Από την αρχή είχαμε διεθνή προσανατολισμό και τη δέσμευση να αναπτυχθούμε εκτός συνόρων. Πιστεύω ακράδαντα ότι η Κύπρος πρέπει να παραμείνει εξωστρεφής», σχολιάζει ο δρ Πίττας, ο οποίος θεωρεί ότι τα κυπριακά πανεπιστήμια έχουν συμβάλει και θα συμβάλουν ακόμα περισσότερο στην ανάπτυξη των επιστημών στη χώρα, αν και η κυπριακή οικονομία θα πρέπει να αγκαλιάσει περισσότερο την καινοτομία και την έρευνα, κατά τη γνώμη του. «Εμείς π.χ. ξοδεύουμε από ίδιους πόρους γύρω στα 7 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τον σκοπό αυτό», σημειώνει.

Γιατί γενόσημα;

Ρωτήσαμε τα δύο στελέχη των φαρμακευτικών βιομηχανιών και για τις επιφυλάξεις πολλών πολιτών απέναντι στα γενόσημα φάρμακα, τα οποία, παρόλο που κυκλοφορούν εδώ και έναν αιώνα, δεν έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην Κύπρο. «Τα γενόσημα περιέχουν το ίδιο δραστικό συστατικό στην ίδια συγκέντρωση και την ίδια δοσολογική μορφή με το πρωτότυπο φάρμακο ενώ δρουν με τον ίδιο τρόπο στον ανθρώπινο οργανισμό. Για την ανάπτυξη και παραγωγή των γενόσημων τηρούνται όλοι οι εθνικοί, ευρωπαϊκοί και διεθνείς κανονισμοί ασφάλειας και ποιότητας ενώ ως φαρμακοβιομηχανίες λειτουργούμε σύμφωνα με τους αυστηρούς κανόνες Καλής Παρασκευαστικής Πρακτικής (GMP). Επιπλέον, επιθεωρούμαστε από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες της Κύπρου και από άλλους κρατικούς φορείς ευρωπαϊκών χωρών, της Αυστραλίας, της Ιαπωνίας, της Βραζιλίας κ.ά.», αναφέρει ο κ. Σαββίδης. Ο ίδιος επισημαίνει άλλωστε ότι τα γενόσημα φάρμακα συμβάλλουν καθοριστικά στη μείωση του συνολικού κόστους υγείας και στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας σε όλο τον κόσμο, εξασφαλίζοντας ασφαλή φαρμακευτικά προϊόντα υψηλής ποιότητας και αποτελεσματικότητας. «Απλούστατα, όσοι προβληματίζονται για τα γενόσημα πράττουν κακώς, γιατί στην ΕΕ όπως και στις ΗΠΑ τα γενόσημα αντιστοιχούν πλήρως στα λεγόμενα «πρωτότυπα», διαφορετικά δεν μπορούν να αδειοδοτηθούν και να κυκλοφορήσουν στην αγορά», αναφέρει από την πλευρά του ο δρ Πίττας.

*Δημοσιεύτηκε στον «Πολίτη» στις 19/03/2017

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s