Νίκη Μαραγκού | Προς Αμυδράν Ιδέαν*

niki1

Γράφει η Χρύστα Ντζάνη*

Η Νίκη. Η Νίκη Μαραγκού, η κόρη του αυστηρού γιατρού από τη Βιέννη και της Καίτης, της Καλαμαρούς, όλο ζωή, νοσοκόμας από την Κοζάνη. Η Νίκη της Ανατολής και της Δύσης, των Βαλκανίων και της Ασίας. Η Νίκη η ήρεμη δύναμη με τις εκρήξεις τόλμης που ταξίδευε σ’ όλο τον κόσμο και έστελνε στους φίλους φωτογραφίες και εντυπώσεις. Η Νίκη η σύντροφος, η καλή φίλη, η μητέρα της Κατερίνας που της έμοιασε, η γιαγιά, η εξαιρετική μαγείρισσα η οποία στον γάμο της κόρης της ένωσε σε βιβλιαράκι τις αγαπημένες της συνταγές για να τις κάνει δώρο στους καλεσμένους.

Η Νίκη η θεατράνθρωπος, η βιβλιοπώλης, η ζωγράφος, η συγγραφέας, μα προπάντων η ακροάτρια, που αντλούσε ιστορίες και παρέα από μικρούς και μεγάλους, χωρίς να λογαριάζει το «χάσμα γενεών». Με τη λακωνική γραφή που έβγαζε συναίσθημα χωρίς να το εκβιάζει. Η Νίκη Μαραγκού θα γινόταν 69 Μαΐων μεθαύριο, αν ένα τροχαίο δυστύχημα δεν της στερούσε τη ζωή στις 7 Φεβρουαρίου του 2013, στην Αίγυπτο, σε μια πολύ δημιουργική φάση της ζωής της. Το «Π» θυμάται τη ζωή της, μέσα από τα μάτια τριών πολύ αγαπημένων της ανθρώπων.

* Τίτλος του τελευταίου βιβλίου της Νίκης Μαραγκού, το οποίο είχε επιμεληθεί με κάθε λεπτομέρεια, όμως η ίδια σκοτώθηκε λίγο προτού εκδοθεί.

Η Νίκη των χρωμάτων

Αφηγείται η αδερφή της, Άννα Μαραγκού

Η Νίκη ήταν καταπληκτική μαγείρισσα και μας άφησε τις συνταγές της του τύπου «60 οκάδες αλεύρι». Η μητέρα μας ήταν συνέχεια της γιαγιάς μας που ήταν χρυσοχέρα και η συνέχειά της ήταν η Νίκη. Η Νίκη ήταν η απαρχή του δεσμού μας με την Κοζάνη, και ως πιο μεγάλη.

***

Η Νίκη πήρε από τους γονείς μας φοβερά στοιχεία. Η χαρά της ζωής, η ανεμελιά -η μάνα μας ήταν Καλαμαρού, έξω καρδιά, να θέλει να περνά πάρα πολύ ωραία και παντρεύεται έναν άνθρωπο ο οποίος είναι ο μοναχικός, ο αφοσιωμένος στην καριέρα του που ερχόταν το βράδυ, κάθε βράδυ στις έξι η ώρα και είχε ένα μάτσο αυστριακές εφημερίδες και από πάνω πάντα την Εστία και διάβαζε αμίλητος. Δεν ήταν κοσμικός άνθρωπος ο Μαραγκός, ούτε η Νίκη ήταν. Η Νίκη σε έναν άνθρωπο που δεν ήξερε, μέχρι να τον γνωρίσει, να καταλάβει ότι θα βγάλει μια ιστορία, είχε μια απόσταση. Όταν όμως έβλεπε σε έναν άνθρωπο κάτι που την ιντρίγκαρε ιδιαίτερα, τον πλησίαζε. Η μάνα μας είχε μια τυφλή φίλη, την κυρία Δήμητρα που πήγαινε και της έπαιρνε πίτα. Όταν πέθανε η μάνα μας, η Νίκη συνέχισε να της παίρνει πίτα. Εγώ δεν πήγα ποτέ μου.

***

Η Νίκη είχε μια ιώβεια υπομονή και μια αφάνταστη περιέργεια. Αυτό που έκανε τη Νίκη ήταν ακριβώς αυτή η περιέργειά της και η ικανότητά της να ταυτίζει αυτήν την περιέργεια με την ιστορία, με τη γεωγραφία, με τους ανθρώπους. Με τους Τουρκοκύπριους που γνώρισε στην Καρπασία βγήκε μια σειρά από ποιήματα. Με τον κόσμο της Αθήνας βγήκε μια σειρά από ποίηση. Ήταν ένα πλάσμα απόλυτα χαρισματικό.

niki2
Οι τρεις αδελφές Νίκη, Μαρίνα, Άννα Μαραγκού: «Μετά που έφυγε η Νίκη ήρθα κι εγώ πιο κοντά στη Μαρίνα, η Νίκη ήταν ο συνδετικός κρίκος, μας μαγείρευε».

Η καταγωγή είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που τονίζει στο βιογραφικό της. «Ο πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από την Κοζάνη. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατιά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερό του σημείο […]. Σπούδασα στο Βερολίνο και χρειάστηκα τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας για να ξαναθυμηθώ ποια είμαι». Από αυτό το βιβλίο καταλαβαίνεις ποια είναι η Νίκη. Είναι η γνωριμία της με τον κόσμο και η ικανότητά της να συνδέει αυτές τις προσωπικές εμπειρίες με έναν κόσμο ολάκερο που μπορεί να είναι ιστορικός, μπορεί να είναι γεωγραφικός και να αγγίζει και τα όρια της εκκλησιαστικής ιστορίας. Ήταν άνθρωπος που μελετούσε πολύ. Αυτή η εμπειρία της με το βιβλιοπωλείο, τον Κοχλία, ήταν από τα πρώτα βιβλιοπωλεία που υπήρχαν στη Λευκωσία -δεν ήταν χαρτοπωλείο, ήταν βιβλιοπωλείο και μάλιστα ελληνικής κατεύθυνσης. Η σχέση της με τον Γ.Π. Σαββίδη, με τον πνευματικό κόσμο της Αθήνας που τον έφερνε στην Κύπρο και βέβαια μια αφάνταστη αγάπη για τον κόσμο της Κύπρου που βγαίνει μέσα από τις «Αφηγήσεις γυναικών», που είναι εκατοντάδες. Αυτό που βγήκε είναι το απάνθισμα, ένα μικρό μέρος. Μπορούσε να κάθεται για ώρες φερ’ ειπείν με φίλες της μαμάς, που ήταν πολύ μεγαλύτερες. Απ’ αυτό έβγαινε η σχέση της με τη λογοτεχνία -την προσωπική σχέση της με τα πάντα.

***

Η επιλογή των σπουδών μας έγινε από τον πατέρα μας, αυτόν τον άνθρωπο, τον πατριάρχη που αποφάσιζε για μας, που όμως ήταν ο βασικός τομέας του ενδιαφέροντος όλων μας. Έστειλε τη Νίκη στο Βερολίνο το ’68. Ήρθε η Νίκη πίσω το πρώτο καλοκαίρι και πήγε να δουλέψει στην «Ελευθερία» τότε. Παραδοσιακή εφημερίδα της Λευκωσίας, δεξιά κ.λπ. Πήγε στην κυρία Μηλίτσα Καρουάνα, ήταν η περίφημη διευθύντρια της Ελευθερίας. Την πήρε τηλέφωνο ο πατέρας μου πρώτα και της είπε «Αγαπητή Μηλίτσα, η κόρη μου σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες και θα ήθελε πάρα πολύ να γράφει για την Ελευθερία». Και έγραψε ένα άρθρο γενεές δεκατέσσερις για την αστική κοινωνία της Λευκωσίας που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα γιατί ήταν η κόρη του γιατρού του Μαραγκού, αλλά ήταν βέβαια το τελευταίο της άρθρο στην Ελευθερία και η τελευταία της σχέση με τη δημοσιογραφία, παρόλο που μετά κράτησε μια στήλη στον Φιλελεύθερο για πολλά χρόνια.

***

Πάει στο Βερολίνο και σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες, με τις οποίες δεν έχει καμία απολύτως σχέση. Γεύεται το Βερολίνο, γεύεται το δυτικό Βερολίνο, αλλά γεύεται πάρα πολύ και το Ανατολικό Βερολίνο, κάνει όλες αυτές τις σχέσεις, καταλαβαίνει τις διαφορές του κόσμου της Ανατολής και της Δύσης. Σε ένα πολύ ωραίο ποίημά της λέει «είναι τα μεσημέρια της Λευκωσίας που με βοήθησαν να ξαναθυμηθώ ποια είμαι. Η απραξία και οι φοινικιές στον ορίζοντα». Και επανέρχεται εδώ μετά από τέτοιες σπουδές και βέβαια η αγάπη της είναι η τέχνη. Πάει στον ΘΟΚ, περνά μια δεκαετία που κάνει τα προγράμματα του ΘΟΚ, έρχεται σε επαφή με όλον αυτόν τον τρελό κόσμο του θεάτρου, τον Σπύρο τον Ευαγγελάτο, οι σημαντικές παραστάσεις που γίνονται τότε, Μιχάλης Χριστοδουλίδης, μουσικοί, ο Νίκος Χαραλάμπους, οι παραστάσεις του Άτταλου. Στιγμές μοναδικές για την Κύπρο που η Κύπρος είναι στο θέατρο και αυτή χειρίζεται με τον Εύη Γαβριηλίδη τις παραστάσεις. Μια άλλη εποχή από το ’80 μέχρι το ’90 που έχει μια δημιουργία η Κύπρος, μετά τον πόλεμο.

niki3
«Ήταν και αυτό μια σημαντική παράμετρος στη ζωή της, η Καρπασία. Είχε σχέσεις μέχρι το τέλος με ανθρώπους εκεί, πήγαινε συχνά».

Έχοντας η Νίκη γράψει την ιστορία του πατέρα μας μέσα από τη Λεμεσό και οι πρώτες της μνήμες είναι λεμεσιανές, θυμάται τη Χαβά. Η Νίκη είναι βαφτιστήρα του Μαθιού του Μακκά, ενός από τους μεγαλύτερους γιατρούς της Ελλάδας και της Μαίρης της Αρώνη, της ηθοποιού. Είχαν έρθει στην Κύπρο και η Νίκη έπαιξε με Κατράκη και Αρώνη σε παράσταση της Ιφιγένειας νομίζω, ως το παιδί της Αρώνη, το μωρό. Ο πατέρας μας ήταν πατριαρχική φιγούρα, αλλά η βάση της ύπαρξής μας. Αυτός ο άνθρωπος χάραξε την πορεία και των τριών μας με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Ο πατέρας μας έγραψε θεατρικά και ήταν λάτρης του θεάτρου. Οπότε σε αυτά τα τρελά χρόνια του ’40 που ήταν η Λεμεσός κοσμοπολίτικη με σχέσεις και με την Αλεξάνδρεια και την Ελλάδα, αυτός ο κόσμος του θεάτρου που περνά από τη Λεμεσό, περνά και από το μυαλό της Νίκης πάρα πολύ και κατεβαίνει από τις γειτονιές της Λεμεσού μες στο μυαλό της Νίκης και τη βασανίζει αυτό το πράγμα.

***

Η Αμμόχωστος ήταν η οικογένεια, ο πατέρας, η θάλασσα, η βιβλιοθήκη του θείου του Μήτσου. Μεγαλώσαμε παρά θίν’ αλός με μια σχέση με τη θάλασσα απίστευτη και οι τρεις μας. Πηγαίναμε τα καλοκαίρια εκεί.

niki4
Η Νίκη στον Κοχλία: «Είναι παρούσα μέσα στα βιβλία της»

Η Νίκη κατάφερνε να κάνει αυτό που την ενδιέφερε. Πήρε από το Βερολίνο αυτό που ήθελε, τη σχέση της με τον Αλέξη τον Ακριθάκη, το βιβλίο, να γνωρίσει την ελληνική, αν θέλεις, «ιντελιγκέντσια» της Γερμανίας τότε, να δει τον κόσμο του Ανατολικού Βερολίνου. Αλλά και πάλι εκεί πέρα οι κατευθύνσεις της ήταν μέσω των Ελλήνων που είχε γνωρίσει στο Βερολίνο σε αυτά τα συνταραχτικά χρόνια του ’68 που ήταν οι επαναστάσεις των πανεπιστημίων κ.λπ. Η Νίκη σπούδασε στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου με τον Ρούντι Ντούτσκε που ήταν απ’ τους ανθρώπους που καθόρισαν μαζί με τον Μάιο του ’68 τις φοιτητικές επαναστάσεις. Καθοριστική περίοδος της ζωής της το Βερολίνο, που το απαρνιέται στη συνέχεια, παρόλα αυτά την καθορίζει για να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στην Ανατολή, τον κόσμο τον ράθυμο τον δικό της. Είναι το Βερολίνο που τη βοήθησε να αποφασίσει ότι «εγώ εδώ ανήκω περισσότερο».

niki5
«Καθοριστική περίοδος της ζωής της το Βερολίνο, που το απαρνιέται στη συνέχεια, παρόλα αυτά την καθορίζει»

Κάθε φορά που πήγαινε ένα ταξίδι, κυρίως στην Ανατολή, αλλά και αλλού, μας ενημέρωνε για το έκανε, τι έβλεπε, περιγραφή των πάντων. Είχε μια σχέση με όλες μας. Έγραφε πάντα, από τα γυμνασιακά της χρόνια. Μαγείρευε πάντα. Αυτή μαγείρευε για μας. Έφτιαχνε πίτες, αυτή έφερε την τέχνη της μάνας μας πίσω. Το τραπέζι της το ‘χε κάνει ειδική παραγγελία με μάρμαρο, για να ανοίγει φύλλο. Η Νίκη δεν ανοιγόταν, αλλά από τη στιγμή που την ενδιέφερε να μάθει την ιστορία σου, ήταν ο απίστευτος άνθρωπος. Μπορούσε να καθίσει μαζί σου για ώρες, να σε ακούει, να περιγράφει, να σου λέει ιστορίες, να ρουφάει.

***

Ήταν ήρεμη. Δεν υπήρχε περίπτωση να νευριάσει. Πήγαινε στον γιατρό και μπορούσε να περιμένει με τις ώρες, έπαιρνε πάντα ένα σουντόκου μαζί της. Ιώβεια υπομονή. Σε σημείο εκνευριστικό. Μπορούσε να κάτσει, να ακούσει, να πάει να εξερευνήσει, να δει πράγματα. Ώρες ατέλειωτες να ζωγραφίζει. Ρουφούσε τη ζωή, ιδιαίτερα τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής της. Ερωτευμένη, ευτυχέστατη. Δεν χρειαζόταν πολλά πράγματα η Νίκη, ένα βιβλίο, μπορούσες να τη βάλεις σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό και να περιμένει εκεί πέντε ώρες το τρένο -ενώ εγώ θα έχανα πέντε κιλά από τα νεύρα μου. Ελαττώματα; Έβαζε όλα τα προβλήματα κάτω από το χαλί. «-Βρε αδερφή, πρέπει να το λύσουμε αυτό. -Να τα μιλήσουμε μετά. Άστο. Τώρα έχω άλλα πράματα. Πρέπει να φτιάξω πίτα, πρέπει να σχολάσω τον Γιώργο, πρέπει να πάω με τον Ανδρέα να ζωγραφίσω στα χωράφια».

niki6
Οι απόλυτες στιγμές ελευθερίας της

Φαγιούμ-Αλεξάνδρεια-Αίγυπτος, υπήρχε μεγάλη έλξη για τη Νίκη, ιδιαίτερα για την Αλεξάνδρεια και την Αίγυπτο. Και αυτή η σχέση της με τον Ανδρέα Κάραγιαν που έβγαιναν στα χωράφια μαζί να ζωγραφίζουν. Οι απόλυτες στιγμές ελευθερίας της Νίκης. Όταν αποδέχθηκε την πρόσκληση να πάει στο Φαγιούμ, την πάω στο αεροδρόμιο 1η του Φεβράρη και της λέω «έχει κέρφιου, πώς θα πας στο Φαγιούμ;». Στις 7 του Φεβράρη πέθανε. Αλλά ήταν ένας σκοπός ζωής η Αλεξάνδρεια για τη Νίκη, είχε γράψει τα ποιήματα, είχε εικονογραφήσει την έκδοση αυτού του φίλου της του Σαρτόριους για την Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια για τη Νίκη ήταν μια έλξη νομίζω πέρα από πραγματική.

***

Η δουλειά της γινόταν πιο μεστωμένη όσο περνούσε ο καιρός. Ενώ είχε γραμμένη στα παλιότερα των υποδημάτων της την απόλυτη σύγχρονη τέχνη του βίντεο, ταγμένη στην υδατογραφία, αλλά πήγε στην Αίγυπτο και μου ‘χε κάνει εντύπωση, το πρωί που έφυγε, στις 7, το πρωί πήρα ένα μέιλ «Μαθαίνω…». Στα 65 της πήγε στο Φαγιούμ για να μάθει και ενώ ήταν φοβερά εριστική στην αρχή για τη νέα τεχνολογία, έλεγε «εγώ πάντα θα γράφω με πένα, το βίντεο είναι σαχλαμάρες κ.λπ.». Σιγά-σιγά απέκτησε τον δικό της υπολογιστή, πέρασε να γράφει στον υπολογιστή και της έγινε απαραίτητος και έφτασε να λέει «περίμενα να ακούσω το ‘τιν’, όταν ήρθε ένα email». Το Φαγιούμ, οι εικόνες, τα έργα που μας έστειλε, ήταν όντως κάτι εντελώς καινούριο για τη Νίκη. Ο κόσμος της ήταν γεμάτος χρώμα. Όταν πας στο σπίτι της σου θυμίζει όαση.

***

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήταν μια απίστευτη δημιουργικότητα. Αφού της λέγαμε «φτάνει πια». Το τελευταίο της βιβλίο, τα ποιήματα [σ.σ.: «Προς αμυδράν ιδέα»] βγήκε μετά θάνατον, αλλά τα είχε ετοιμάσει όλα. Να γίνει παρουσίαση στο Βερολίνο, να γίνει παρουσίαση στην Αθήνα με το Ροδακιό. Ήταν απίστευτης δημιουργίας τα δέκα τελευταία χρόνια.

Η Νικού

Αφηγείται η Στέφη Δράκου, φίλη της Νίκης Μαραγκού από το σχολείο

Όταν πήγαινε ένα ταξίδι, το περιέγραφε και μου το έστελνε. Και μου έστελνε φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες της δείχνουν τον άνθρωπο, τη Νίκη. Η Νίκη δεν ταξίδευε απλώς, γνώριζε τον κόσμο, μιλούσε με τον άνθρωπο που έβρισκε στους δρόμους, τον απλό και τον έβγαζε φωτογραφία. Οι φωτογραφίες της αποτύπωναν και μιλούσαν για αυτό που είδε.

***

Θυμούμαι όταν πήγε στις Ινδίες και ήρθε πίσω, μου περιέγραφε αυτό που είδε και της έλεγα ότι ο αδερφός μου, ο οποίος είναι παντρεμένος με Αγγλοινδή και είναι πολύ εύκολος άνθρωπος, όταν ήρθε από τις Ινδίες δεν ήθελε να ξαναπάει, μου περιέγραψε μια Ινδία φτωχή, βρόμικη. Η Νίκη μου έλεγε «Στέφη, δεν πρέπει να δεις την Ινδία μέσα από αυτά τα μάτια, πρέπει να τη δεις μέσα από τη δική τους οπτική. Ξέρεις τι μου έκανε εντύπωση; Μια μέρα πήγαινα και κάτω από ένα δέντρο, σε ένα χωράφι, ήταν μια κοπέλα με ένα μικρό βρεφούδι και του έβαζε λάδι και του χάιδευε την κοιλιά του, για να μην κλαίει. Μπορείς να τη δεις σαν μια δύστυχη μάμα, φτωχή, κάτω από ένα δέντρο και να φύγεις στενοχωρημένη. Όμως δεν ήταν έτσι. Ήταν ευτυχισμένη η μάμα, κάτω από τη σκιά του δέντρου, παρακολουθούσε τη φύση, χάιδευε το βρεφούδι και ήταν και εκείνο ευτυχισμένο. Εάν το δεις μέσα από αυτήν την εικόνα, τότε θα δεις την Ινδία και θα την αγαπήσεις».

***

Τα ταλέντα της τα εκδήλωσε πολύ νωρίς. Θυμούμαι, στην πέμπτη τάξη νομίζω, η καθηγήτρια των Ελληνικών έλεγε ότι την πιο ωραία έκθεση θα τη διαβάζαμε μέσα στην τάξη. Η Νίκη ήταν πάντα. Να διαβάσει την έκθεσή της, η οποία ξεχώριζε από όλες τις υπόλοιπες εκθέσεις της τάξης.

niki7
Η Στέφη σβήνει τα κεράκια. Πάνω δεξιά, η συμμαθήτριά της Νίκη.

Ήταν ήπιων τόνων άνθρωπος, πολύ γλυκός, πάντα με μεστωμένο λόγο. Δεν της άρεσε η αντιπαράθεση και οι έντονοι τόνοι τους οποίους αντιπαρερχόταν με ένα χαμόγελο και ένα «ε…». Ήταν πολυτάλαντη, έγραφε, ζωγράφιζε, έβγαζε φοβερές φωτογραφίες, μαγείρευε. Όταν παντρεύτηκε η Κατερίνα, έβαλε όλες τις καλές συνταγές σε ένα μικρό βιβλίο για τους καλεσμένους, σαν μπομπονιέρα. Ήταν ξεχωριστή, δεν έκανε το σύνηθες. Αυτό που την ξεχώριζε ήταν πως παρόλο που προερχόταν από μια οικογένεια αστική και αρκετά πλούσια και αναγιώθηκε με νταντάδες, εντούτοις ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος, προσιτός στον κόσμο που την ενδιέφερε ο κάθε άνθρωπος, τον πλησίαζε, τον άκουε και μετά αυτά που της έμεναν τα αποτύπωνε σε ένα κείμενο, φωτογραφίες, βιβλίο, ζωγραφιά.

***

Διατηρήσαμε επαφή όταν πήγε για σπουδές στο Βερολίνο. Θυμάμαι που μου έγραψε μια φορά «Στέφη, αν θες να ωριμάσεις, μπες σε ένα παλιό Volkswagen και κατέβα από το Βερολίνο στην Κύπρο χωρίς λεφτά και με λίγα ρούχα». Διότι το έκανε.

***

Βρισκόμασταν πολύ. Κάναμε εκδρομές, αυτό άρεσε στη Νίκη. Είτε θα ζωγράφιζε το πρωί ή θα έγραφε. Μεγάλη υπόθεση να ικανοποιείσαι με τον εαυτό σου και να μένεις παρέα με τον εαυτό σου. Μπορούσε ολόκληρα πρωινά να γράφει, να βλέπει τη θάλασσα, να περπατά και μετά να μας πει όλα αυτά που έκανε. Μετά που έγινε γιαγιά ήταν εξαιρετική γιαγιά, βαστούσε τον Γιώργο και πήγαιναν εκδρομές, να του δείξει αυτά που εκείνη βίωσε και αγάπησε, ήθελε να μεταφέρει πρώτα στην Κατερίνα και μετά στον εγγονό της. Ήταν μποέμ η Νίκη και ήταν γνήσια σ’ αυτό που έκανε και εκδήλωνε. Δεν θα έκανε ποτέ κάτι για τους τύπους. Και βλέπεις, σε όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής της δεν ακολούθησε το σημαντικό θέσμιο. Εγώ δεν βαρέθηκα ποτέ την παρέα της Νίκης. Περνούσαμε πάντοτε πολύ ωραία, μέσα από τα μάτια της έβλεπα πράγματα που ήταν εξαιρετικά και εγώ δεν έβλεπα.

***

Δεν είχε χάσμα γενεών. Θυμάμαι που περνούσε ώρες με τον κύριο Ευάγγελο στην Αμμόχωστο, ο οποίος της έλεγε ιστορίες. Μιλούσε μαζί του, ρουφούσε τη γνώση του, την εμπειρία του, ήταν φίλοι. Για τη Νίκη αυτό που είχε σημασία ήταν ο άνθρωπος, ούτε η ηλικία την ένοιαζε ούτε η διαφορά κοινωνικής τάξης, τίποτα απ’ αυτά. Και ήταν πάντοτε ένας απέραντα πνευματικός άνθρωπος. Αγαπούσε την τέχνη, τα βιβλία. Ερχόταν από την Αθήνα να μου περιγράψει εντυπώσεις, ποιους είδε, τους συγγραφείς. Είχαμε πια πάρα πολύ καλή σχέση. Μου λείπει η Νίκη.

***

Την είδα δύο μέρες πριν πάει στην Αίγυπτο. Προσπάθησα να την πείσω να μην πάει, αλλά η Νίκη είχε πάρει τις αποφάσεις της, πήγε. Μου είπαν άλλοι φίλοι ότι σκεφτόταν να φύγει κιόλας, γιατί σε κάποιο στάδιο δεν ήταν το συνέδριο όπως το ανέμενε. Μετά αποφάσισε να μείνει για να πάει σε εκείνη την εκδρομή. Διψούσε πάντα για τη γνώση, να γνωρίσει ανθρώπους, χώρες. Όχι μόνο να τις δει, αλλά πραγματικά να τις γνωρίσει, να μιλήσει με τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί και αυτό αποτυπωνόταν και στα βιβλία της.

***

Ήταν σοκ ο θάνατός της. Συγκινούμαι όταν το σκέφτομαι, που με πήραν τηλέφωνο να μου το πουν. Έπιασα αμέσως τηλέφωνο τον Κωνσταντή και την Άννα, αλλά είχαν ήδη φύγει για την Αίγυπτο. Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα. Άδικα πήγε. Είχε ζωή πολλή ακόμα και να πάρει και να δώσει.

Η μητέρα μου, η Νίκη

Αφηγείται η κόρη της, Κατερίνα Ατταλίδου

Η Νίκη ήταν τρυφερή μητέρα και διακριτική, είχε έναν τρόπο ιδιαίτερο και αέρινο να γνοιάζεται. Υπήρξε για πολλά χρόνια η καλύτερή μου φίλη. Ήταν επίσης εξαιρετικά φιλελεύθερη.

***

Με καθόρισε πάρα πολύ. Τουλάχιστον όσο με καθόρισε και ο πατέρας μου. Είχα την τύχη να είμαι προϊόν της ένωσης δύο σπάνιων και εξαιρετικά αξιόλογων ανθρώπων. Και από τους δύο πήρα μία ροπή προς την ισορροπία και προς μια φιλοσοφία που αγαπά τον άνθρωπο, τη φύση, τα πλάσματά της. Τον τόπο. Επίσης μια βαθιά ανάγκη να κινηθώ στη ζωή με φυσικότητα και ειλικρίνεια. Η Νίκη ειδικά ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη. Δεν γνώριζε το κακό, δεν την αφορούσε. Γι’ αυτό και ήταν τόσο δημιουργική, γι’ αυτό μπορούσε να κρατιέται συνεχώς μέσα στη ροή της τέχνης σε όποια μορφή αυτή την έλκυε. Δεν αναλωνότανε. Ενθουσιαζότανε! Είχε η Νίκη μια αγάπη για τη ζωή, και μια περιέργεια. Από τότε που έφυγε, τη νιώθω κοντά μου όταν είμαι χαρούμενη, όταν ταξιδεύω, όταν απολαμβάνω, όταν ζωγραφίζω, όταν γνοιάζομαι ένα πλάσμα ή ένα ζώο που συναντώ. Τη νιώθω πολύ μακριά μου, όταν είμαι στεναχωρημένη. Και εντελώς απούσα όταν είμαι θυμωμένη.

 

niki8
«Τη νιώθω κοντά μου όταν είμαι χαρούμενη, όταν ταξιδεύω, όταν απολαμβάνω, όταν ζωγραφίζω»

Θυμάμαι πως σήκωνε το σεντόνι μου απαλά και μου φυσούσε όταν είχα πυρετό. Και όταν ήμουν άρρωστη μού έφτιαχνε κρέμα με ροδόσταγμα και κιούλι. Μου επέτρεπε τα πάντα. Μπορούσα να μετακινώ όλα τα έπιπλα μέσα στο σπίτι, να ακούω μουσική, να βγαίνω. Μόνο δε μου επέτρεπε μικρή να βλέπω τηλεόραση και έφηβη μου απαγόρευε ρητώς να ανεβαίνω σε μοτοσυκλέτες.

***

Καθώς η Νίκη έγραφε και ζωγράφιζε, έτσι και εγώ παρέα της. Λάτρευα τη γραφή και η μόνη φορά που η Νίκη πήγε ποτέ στο σχολείο μου να παραπονεθεί ήταν όταν μια φιλόλογος προσπάθησε να χαλιναγωγήσει την αυθόρμητή γραφή μου, για να με αναγκάσει να γράφω με δομή. Ζωγράφιζα και έγραφα με φυσικότητα, όπως και η Νίκη. Η τέχνη ήταν ο τρόπος ζωής μας. Δεν είχα όμως συναίσθηση αυτού του πράγματος. Δεν το λέγαμε τέχνη. Απλώς έτσι ζούσαμε.

***

H Νίκη ήταν δοτική με τους ανθρώπους της. Έβρισκε χρόνο για όλους. Συγχωρούσε τους πάντες και τα πάντα έστω και αν πληγωνότανε. Η Νίκη έλεγε «Όλοι στη ζωή έχουμε και καλά και κακά. Όλοι. Δεν υπάρχει πλάσμα που να έχει μόνο καλά. Χρειάζεται να αγκαλιάσουμε τα κακά των ανθρώπων που αγαπούμε και να χαρούμε τα καλά τους».

***

Η γιαγιά η Καίτη ήταν μια πολύ δυναμική γυναίκα, μαία στο επάγγελμα. Ζωγράφιζε αφηρημένα έργα με λαδομπογιές που βάφουν τα παράθυρα και έφτιαχνε πανέμορφα ξυλόγλυπτα που τα έκανε μπαούλα. Συγχρόνως κρατούσε όλη την κλινική του παππού. Από την Κοζάνη, ήταν εξαιρετικά πληθωρική και γεμάτη ζωντάνια. Μαγείρευε τα πιο εύγευστα φαγητά και ήταν η προσωποποίηση της θετικότητας. Ο παππούς ο Γιώργος από την άλλη, από μεγάλη οικογένεια της Αμμοχώστου ήταν αυστηρός και απόμακρος. Καθότανε τις Κυριακές και άκουγε όπερα και διάβαζε το National Geographic. Ήταν σπουδαίος στον τομέα του της χειρουργικής. Ονειρευόταν έναν γιο και όταν δεν τον απέκτησε έφτιαξε μια ψηλή καρέκλα για τη Νίκη και την έβαζε δίπλα του να παρακολουθεί τις εγχειρήσεις ελπίζοντας πως τουλάχιστον η πρωτότοκή του θα ακολουθούσε τα βήματά του. Η Νίκη τον λάτρευε. Όταν γνώρισε τον πατέρα μου η Νίκη είχε σκοπό να πάει να σπουδάσει Φωτογραφία μετά τις Πολιτικές Επιστήμες που της ήρθαν κάπως φορεμένες από τον παππού. Το ότι με γέννησε σίγουρα άλλαξε τη ροή της ζωής της. Όσον αφορά τους συντρόφους της δεν είμαι σίγουρη κατά πόσον ευτύχησε. Όταν βρήκε τον άνθρωπο που στεκόταν στο ανάστημά της ήταν πολύ νέα, ήταν και οι δυο πολύ νέοι και εμποτισμένοι με τα πιστεύω του Μάη του ’68 και του ελεύθερου έρωτα για να το συνειδητοποιήσουν, πόσο αξιόλογοι ήταν και οι δύο. Η Νίκη αγάπησε με πάθος, άλλα δεν βρήκε ποτέ την ανταπόκριση που θα ήθελε. Γι’ αυτό και πάντα έψαχνε τον έρωτα. Ίσως όμως αυτός να ήταν και ο τρόπος της να παραμένει πάντα δημιουργική.

***

Τη συγκινούσε η Αίγυπτος, η Ανατολή, ο ράφτης που είχε γεράσει και δεν έβλεπε να περάσει το βελόνι του, ένα παστρικό σπίτι, ένας αερικός κήπος, τα πλατύφυλλα, το Βαρώσι, τα αμυγδαλωτά, οι όμορφες εκδόσεις, τα τριαντάφυλλα, ένα εγκαταλειμμένο ζώο, οι ιστορίες των ανθρώπων, η ομορφιά, η απλότητα, τα ταξίδια, η θάλασσα, οι χίλιες και μία νύχτες, τελευταία επειδή ήταν τρελά ερωτευμένη και η μουσική και τα ισπανικά!

***

Μέσα από τα ταξίδια της ύφαινε τις ιστορίες της. Λάτρευε να ταξιδεύει και τα τελευταία χρόνια είχε πάει ώς την Κούβα και την Κορέα. Ο αγαπημένος της προορισμός ήταν όμως πάντα η Αίγυπτος. Έλεγε πως εκεί ανακάλυπτε τα κομμάτια του παζλ της ζωής της. Την ενθουσίαζε η Αίγυπτος όσο κανένας άλλος προορισμός. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα γιατί. Μόνο εικασίες μπορώ να κάνω. Ίσως την καλούσε το πεπρωμένο της. Η Νίκη με το που γύρισε ο χρόνος και μπήκε το 2013 έσκυψε και μου είπε στο αυτί «Ξέρεις, το νιώθω πως φέτος θα πάμε στο Βαρώσι». Δεν πιστεύω σε όλα αυτά τα πνευματικά, αλλά κάτι μου έκανε όταν έμαθα πως και το Φαγιούμ από όπου ταξίδεψε η Νίκη για την άλλη πλευρά αλλά και η Αμμόχωστος φέρουν το ίδιο αρχαίο όνομα, Αρσινόη. Οι δυο πόλεις είχαν τον ίδιο ιδρυτή ο οποίος τους έδωσε το όνομα της αγαπημένης του. Αρσινόης ήταν και η οδός όπου μεγάλωσα με τη Νίκη.

***

Η μυρωδιά της. Μου λείπει πάρα πολύ η μυρωδιά της. Μύριζε πάντα πολύ όμορφα. Οι σιωπές της. Το πώς έγερνε λίγο το κεφάλι της και έλεγε «Εσύ θα ζωγραφίζεις». Οι ιστορίες της. Πριν να φύγει για το Φαγιούμ μου διηγήθηκε μια ιστορία από τις Χίλιες και Μία Νύχτες. Για το πώς διαφιλονίκησαν ένας έμπορας και ένας πελάτης για μια τσάντα υποστηρίζοντας με πάθος ο καθένας πως ήταν δική του, και πως μέσα στη τσάντα υπήρχε στις περιγραφές τους προς τον καδή κάθε φαντασίωση, ο ουρανός με τα άστρα, οι πόλεις, οι κάμποι, τα βουνά, τα νερά και οι θάλασσες του κόσμου. Όταν πια την άνοιξαν, η τσάντα περιείχε μόνο κάτι φλούδια από πορτοκάλια και λίγα κουκούτσια. Κανείς απ’ τους δυο δεν την επιθυμούσε πια. Μου λείπει το κοτόπουλο μιλανέζα που έφτιαχνε πάντα στα γενέθλιά μου και κατάφερνε και το έφτιαχνε τόσο καλά όσο η γιαγιά. Μου λείπει ο διακριτικός τρόπος με τον οποίο με φρόντιζε. Πεθυμώ ακόμα τη φωνή της. Την ήρεμή της παρουσία.

***

Έμαθα από τη Νίκη να αγαπώ τη ζωή με τρυφεράδα. Το περασμένο Σάββατο πήγα να δω για πολλοστή φορά τις «Αφηγήσεις Γυναικών» που ανέβασε ο Αιμίλιος Χαραλαμπίδης με μια πολύ όμορφη ομάδα σπουδαίων γυναικών. Κάθε γυναίκα που μιλούσε άκουγα τη Νίκη να μιλά. Συγκινήθηκα τόσο σα να την άκουγα την ίδια. Δε σταμάτησαν να τρέχουν τα μάτια μου. Η Νίκη είναι παρούσα μέσα στα βιβλία της. Όταν μιλά μια γυναίκα είναι η ίδια που μιλά. Η απώλεια της Νίκης με έμαθε να μην παίρνω τα πράγματα της ζωής για δεδομένα. Όταν έφυγε η Νίκη όλες οι ισορροπίες της ζωής μου αναποδογυρίστηκαν. Μου πήρε περισσότερο από έναν χρόνο να σταθώ στα πόδια μου. Η απώλεια της Νίκης μού έμαθε να μην ξεχνώ να δείχνω την αγάπη μου στα πλάσματα που αγαπώ έστω και με απλούς, ακόμα και άτσαλους τρόπους. Με έμαθε πως η ζωή έχει και τέλος και πως είναι ανάγκη να τιμήσουμε αυτές τις ώρες, τα ταλέντα μας, τα πλάσματα που στέκονται στο πλάι μας. Όλα αυτά υπάρχουν και στα γραπτά της Νίκης.

***

Η Νίκη ήταν ενθουσιασμένη με το Φαγιούμ. Είχε πάει να συμμετάσχει σε μια σειρά εικαστικών εργαστηρίων στην Κροκοδειλόπολη. Όλη η μέρα ήταν αφιερωμένη στη ζωγραφική και σε διάφορες τεχνικές και ήταν εξαιρετικά χαρούμενη γιατί είχε μπει σε μια υπέροχη δημιουργική ροή και παρήγαγε διαρκώς. Έφτιαξε μια σειρά από κολάζ με ακρυλικά και μια σειρά από μονοτυπίες με υδατοχρώματα. Ήταν μια περίοδος της ζωής της πολύ δημιουργική, μελετούσε για το νέο μυθιστόρημα που είχε στα σκαριά, ζωγράφιζε συνεχώς, σκεφτόταν επανεκτυπώσεις, ήταν κοινωνικότατη. Συνάμα ήταν ερωτευμένη, μου εκμυστηρεύτηκε κανέναν μήνα πριν να φύγει πως ένιωθε σαν έφηβη και αυτό της έδινε μια τρελή χαρά, ένα συνεχές καρδιοχτύπι. Πολλά από τα ποιήματα της ποιητικής συλλογής Προς Αμυδράν ιδέα έχουν γραφτεί για αυτόν τον νέο έρωτα, τον Σίμπαντ.

***

Η Νίκη απογειώθηκε φαντασμαγορικά, καθώς το αυτοκίνητο διέσχιζε την έρημο για να φτάσει σε μια όαση. Μαζί της έφυγε και η Άρντα που καθότανε δίπλα της, Αιγύπτια ζωγράφος αρμένικης καταγωγής που ζούσε στην Αμερική με τον σύζυγο και την κόρη της. Πεθυμώ τη Νίκη και συγχρόνως νιώθω να τη φέρω μέσα μου, με συνοδεύει κάθε στιγμή.

Αυτοβιογραφία

«Γεννήθηκα το 1948 στη Λεμεσό. Ο πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από την Κοζάνη. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατιά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερο σημείο του. Αισθάνομαι ότι υπήρξαμε μια τυχερή γενιά που βίωσε ακραίες καταστάσεις.

niki9

Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, τους γύφτους με αρκούδες να χορεύουν, στους σημερινούς υπολογιστές. Έκανα διάφορες δουλειές, δίδαξα κεραμική σε τυφλούς, εργάστηκα δέκα χρόνια στο θέατρο, έκανα εκθέσεις ζωγραφικής και χαρακτικής. Το κεντρικό όμως σημείο στη ζωή μου υπήρξε πάντα η σχέση μου με τη γλώσσα, την αρχαία, τη βυζαντινή, τη νέα. Γι’ αυτό άνοιξα βιβλιοπωλείο στη Λευκωσία από το 1980, για να έχω όλα τα βιβλία που θέλω, γι’ αυτό ξαναπήγα πίσω στο πανεπιστήμιο ψάχνοντας λέξεις για τα νέα παιγνίδια μου».

niki10

Δημοσιεύτηκε στο «Παράθυρο» του «Πολίτη» στις 21/5/2017.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s